Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

«Λοιπόν, ἐποιήσαμεν οὐδέν». Εὐγένιος, Εὐγενικός, Κοραῆς

Ὁ πάπας Εὐγένιος Δ΄(wikipedia,
Bull of Union with the Greeks)

 

Μετὰ δὲ τὸ τελεσθῆναι τοὺς περὶ τούτου λόγους καὶ γραφῆναι παρὰ τῶν Λατίνων, ἀνέστημεν πάντες καὶ ἐξήλθομεν εἰς ἡλιακόν, εἰς ὃν καὶ ὁ πάπας ἐξελθὼν καὶ τὰς ἐν τῷ ὅρω ὑπογραφὰς ἡμῶν θεωρήσας, ὑπέγραψε καὶ αὐτὸς ἱστάμενος ὄρθιος ἐπὶ ἀναλογίου ἐρείσας τὰς χεῖράς τε καὶ τὸν ὅρον. Ἠρώτησε δὲ εἰ ὑπέγραψεν ὁ Ἐφέσου, καὶ ἀκούσας ὡς οὐχ ὑπέγραψεν, ἔφη· Λοιπὸν ἐποιήσαμεν οὐδέν.

 

...Ρώτησε ὁ Πάπας Εὐγένιος ἐὰν ὑπέγραψε (τὴν Ἕνωση) ὁ μητροπολίτης Ἐφέσου (Μάρκος), καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι δὲν ὑπέγραψε, εἶπε: Λοιπόν, δὲν κάναμε τίποτα.


Σίλβεστρος Συρόπουλος, Ἀπομνημονεύματα, ἔκδ. V. Laurent, Les «Mémoires» du grand ecclésiarque de l'Église de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), Ρώμη 1971, 496.16-20 (10.15).


Mετὰ τὴν Ἕνωση, ἀκολούθησε ἡ λειτουργία Λατίνων καὶ Βυζαντινῶν μέσα στὸ ναὸ τῆς Φλωρεντίας:


Ἀνέβη δὲ ὁ Ἰουλιανὸς καὶ ὁ Νικαίας εἰς τὸ πέργουλον ἀναγνῶναι τὸν ὅρον. Καὶ πρῶτον ἀνέγνω αὐτὸν ὁ Ἰουλιανὸς λατινικῶς· εἶτα ἠρώτησε τοὺς ἰδίους ἀρχιβεσκόβους, εἰ ἀρέσκει αὐτοῖς ὁ ὅρος, καὶ πάντες ἅμα ἐβόησαν· Πλάτζετ, πλάτζετ. Εἶτ' ἀνέγνω αὐτὸν ὁ Νικαίας ἑλληνικῶς καὶ ὕστερον εἶπεν· Ἐρωτήσω κἀγὼ ὑμῖν λόγον καὶ ἀποκρίθητέ μοι· Ἀρέσει ὑμῖν ὁ ἀναγνωσθεὶς ὅρος; Καὶ εἶπον οἱ πολλοί· Ἀρέσει. Καὶ τότ' εὐθὺς περιεπτύξαντο ἀλλήλους ὁ Ἰουλιανός τε καὶ ὁ Νικαίας καὶ ἐποίησαν ἀσπασμόν, καὶ οὕτω κατῆλθον καὶ ἔστη ἑκάτερος εἰς τὸν ἴδιον τόπον. Εὐθὺς δὲ ἤρξατο ἡ λειτουργία. [...] Ὁ δὲ μέλλων ἀναγνῶναι τὸ εὐαγγέλιον πρῶτον ἠσπάζετο τὸν πόδα τοῦ πάπα, εἶτα ἵστατο εἰς τὸ μέσον καὶ ἀνεγίνωσκεν.


Μετὰ τὴ λειτουργία, ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Η΄ εἶπε στὸν Πάπα:

«Ἰδοὺ ἡ ἕνωσις ἐτελέσθη Θεοῦ χάριτι καὶ ἔγινε χτὲς ἡ ἑορτάσιμη λειτουργία, παρόντος τοῦ πλήθους τῶν Λατίνων καὶ τῶν Γραικῶν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἑνωθήκαμε, καὶ δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ μας, καὶ φάνηκε ὅτι ἔχουμε ἀπονέμει τὸ προσῆκον σέβας στὶς τελετουργίες σας, πρέπει πάλι κατὰ τὸν ἴσον καὶ ὅμοιον τρόπον, μὲ τὴν παρουσία σου καὶ τὴν προτροπή σου νὰ συνάξεις ὅλους τοὺς δικούς σου στὴν ἴδια ἐκκλησία, ὥστε νὰ δοῦν τὴν ἱερουργίαν τῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ τηρηθεῖ ἡ ἰσότητα σὲ ὅλα».

Ὁ Πάπας ἀπάντησε ὅτι δὲν γνωρίζει ὁποία τίς ἐστιν ἡ λειτουργία τῶν Βυζαντινῶν. Ὅταν τοῦ περιέγραψαν τὴ βυζαντινὴ θεία λειτουργία, ἀπάντησαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πάπα στὸν αὐτοκράτορα: «(ὁ Πάπας) διὰ τοῦτο ὁρίζει, ἵνα: Ἐὰν θέλετε, μπορεῖ κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς νὰ ἔρθει καὶ νὰ λειτουργήσει σὲ κάποιο κελλί, ὥστε νὰ δεῖ ὁ Πάπας ὅλες τὶς ἱερουργίες σας. Ἐὰν πάλι δὲν τὸ θέλετε, ὁρίσατε ἡμέρα γιὰ νὰ λειτουργήσετε, καὶ θὰ ἔρθουν ἐκεῖ δύο ἢ τρεῖς τῶν καρδιναλίων». Ὁ αὐτοκράτορας τότε παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν προσπάθεια.

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, «ἐμήνυσεν ὁ πάπας τῷ βασιλεῖ, ὅτι· Ἐπειδὴ ὁ Ἐφέσου δὲν ἐπείσθη στὴν ἀπόφαση τῆς συνόδου οὔτε τὸν ὅρον ὑπέγραψε, πρέπει νὰ κριθεῖ συνοδικῶς, καὶ ἐὰν δὲν πεισθεῖ, νὰ καταδικαστεῖ. Στεῖλέ μας τον ἵνα κριθῇ».

Σίλβεστρος Συρόπουλος, 498.18-502.27 (10.16-18).

 

 

Χωρὶς τὸ εὐτυχέστατον τοῦτο πεῖσμα τῶν πρὸ ἡμῶν (βλ. παραπάνω: «τὸ πεῖσμα τοῦ κοινοῦ λαοῦ νὰ μὴν ἑνωθῇ μὲ τοὺς Παπιστάς») καὶ ἡ δεισιδαιμονία ἤθελ' αὐξηθῇν ἐπιπλέον, καὶ τὰ πολυπληθῆ τάγματα τῶν Δυτικῶν Μοναχῶν ἔμελλαν νὰ καταβρωμίσωσι τὸ ἔδαφος τῆς ταλαιπώρου Ἑλλάδος, καὶ τὰ Νερωνικὰ τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως κριτήρια νὰ φλογίζωσι τοὺς Ἕλληνας, ὡς κατεφλεξαν πολλὰς μυριάδας Δυτικῶν, καὶ ἡ Ἀνατολικὴ ἐκκλησία νὰ ὑποταχθῇ ὡς εἰς κεφαλὴν τὸν Πάπαν

Ἀδ. Κοραῆς, Προλεγόμενα στὸν α΄ τόμο τῶν Ἀτάκτων (1828).



Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου Μᾶρκος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρας τῆς Φλωρεντινῆς συνόδου, ὁ μόνος ἴσως, ὅστις ἔσωσε τὸ γένος ἀπὸ τὰς παγίδας τῆς Ρώμης.

Ἀδ. Κοραῆς, Προλεγόμενα στὸν Ἱερατικὸ Συνέκδημο (1831).

 

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

«Βαρβαρικὴ καὶ Σκυθικὴ γλώσσα»

Τὸ 867 ἢ λίγο νωρίτερα, ὁ Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Μιχαὴλ Γ΄, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Πάπα Νικόλαο Α΄, χαρακτήρισε βαρβαρικὴ καὶ Σκυθικὴ τὴ Λατινικὴ γλώσσα. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Μιχαὴλ Γ΄ δὲν σώζεται. Σώζεται ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Νικολάου:

Nicolaus episcopus servus servorum dei piisimo et dilectissimo filio superatori gentium atque tranquillissimo imperatori Michaheli a deo protecto semper Augusto, ἔκδ. E. Perels, Monumenta Germaniae Historica, τ. 6, Berlin 1925, 459.5-7, 14-32:

In tantam vero furoris habundantiam prorupistis, ut linguae Latinae iniuriam irrogaretis, hanc in epistola vestra barbaram et Scythicam appellantes ad iniuriam eius, qui fecit eam. Omnis enim operis derogatio ad opificis redundat iniuriam … Vel quia Christiani sunt, quorum linguam barbaram vel Scythicam appellatis, gloriam vestram quare non pudeat, obstupescimus. Cum enim barbari omnes et Scythae ut insensata animalia vivant, Deum verum nesciant, ligna autem et lapides adorent, in eo ipso, quo verum Deum colit lingua Latina, quantum barbaram vel Scythicam linguam  antecedat, agnoscitur. […] Iam vero, si ideo linguam Latinam barbaram dicitis, quoniam illam non intelligitis, cos considerate, quia ridiculum est vol appellare Romanorum imperatores et tamen linguam non nosse Romanam. Ad extremum autem, si iam saepe nominatam linguam ideo barbaram nuncupatis, quoniam a translatoribus in Graecam dictionem mutata barbarismos generat, non linguae Latinae, sed culpa est, ut opinamur, interpretum, qui quando necesse est non sensum e sensu, sed violenter verbum edere conantur e verbo. Ecce enim in principio epistolae vestrae imperatorem vos nuncupastis Romanorum et tamen Romanam linguam barbaram appellare non veremini. Ecce cotidie, immo vero in praecipuis festivitatibus inter Graecam linguam veluti quiddam pretiosum hanc, quam barbarm et Scythicam linguam appellatis, miscentes, quasi minus decori vestro facitis, si hac etiam non bene ac ex toto intellecta in vestris obsequiis ac officiis non utamini. Quiescite igitur vos nuncupare Romanorum imperatores, quoniam secundum vestram sententiam barbari sunt, quorum vos imperatores esse asseritis

Ὁδήγησες τὸν ἑαυτό σου σὲ τέτοια ἀφόρητη τρέλλα, ὥστε προσέβαλες τὴ Λατινικὴ γλώσσα ἀποκαλώντας την στὴν ἐπιστολή σου βαρβαρικὴ καὶ Σκυθική, πράγμα ποὺ συνιστᾶ προσβολὴ στὸν δημιουργὸ τῆς γλώσσας, γιατὶ κάθε δυσφήμιση ἑνὸς ἔργου ἐμπεριέχει ἐπίσης τὴν προσβολὴ πρὸς τὸν ποιητή του. […] Εἶναι γλώσσα Χριστιανῶν αὐτὴ ποὺ καλεῖς βαρβαρικὴ καὶ σκυθική. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὅλοι οἱ βάρβαροι καὶ οἱ Σκύθες ζοῦν σὰν τὰ ζῶα μέσα στὴν ἄγνοια, κι ὅτι δὲν γνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἀλλὰ λατρεύουν δέντρα καὶ λίθους. Ἀπὸ αὐτὸ βλέπει καθένας πόσο ἀνώτερη εἶναι Λατινική, μὲ τὴν ὁποία λατρεύεται ἀληθινὸς Θεός, ἀπὸ τὴ βαρβαρικὴ και Σκυθική. […] Ἐπιπλέον, ἐὰν ἀποκαλεῖς βαρβαρικὰ τὰ Λατινικά, ἐπειδὴ δὲν τὰ καταλαβαίνεις, πρέπει νὰ εἶσαι προσεκτικός. Δὲν εἶναι γελοῖο νὰ ἀποκαλεῖσαι αὐτοκράτωρ Ρωμαίων ὅταν ἀγνοεῖς τὴ γλώσσα τῶν Ρωμαίων; Καί, τέλος, ἀποκαλεῖς αὐτὴ τὴ γλώσσα βαρβαρικὴ γιατὶ ἁπλῶς κατὰ τὴ μετάφραση ἀπὸ τὰ Λατινικὰ στὰ Ἑλληνικὰ ὑπεισῆλθαν ὁρισμένοι βαρβαρισμοί, γιὰ τοὺς ὁποίους, πιστεύουμε, δὲν φταίει Λατινικὴ ἀλλὰ οἱ διερμηνεῖς, ποὺ προσπάθησαν νὰ ἐξάγουν λέξεις ἀπὸ τὶς λέξεις παρὰ νὰ βγάλουν νόημα ἀπὸ τὸ νόημα. Στὴν πραγματικότητα, στὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιστολῆς σου αὐτοαποκαλεῖσαι Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων, ἀλλὰ δὲν φοβᾶσαι νὰ θεωρεῖς βαρβαρικὴ τὴ ρωμαϊκὴ γλώσσα. Στὴν πραγματικότητα, κάθε μέρα, εἰδικὰ κατὰ τὶς μεγάλες τελετές, εἰσάγεις στὴν Ἑλληνικὴ τὴ γλώσσα ποὺ καλεῖς βαρβαρικὴ καὶ Σκυθική (τὰ Λατινικά), σὰν αὐτὴ νὰ ἦταν πολύτιμο στολίδι. Καὶ αὐτὸ τὸ κάνεις ὡς ἐὰν θὰ μεγαλειότητά σου θὰ μειωνόταν ἐὰν δὲν χρησιμοποιοῦσες τὶς λατινικὲς λέξεις στὴν (αὐτοκρατορικὴ) συνοδεία σου καὶ στὰ ἀξιώματά σου, ἀκόμη κι ἂν αὐτὲς οἱ λέξεις δὲν χρησιμοποιοῦνται σωστὰ οὔτε κατανοοῦνται πλήρως. Γιαὐτό, ἐγκατάλειψε τὸν τίτλο Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὴ δική σου ἄποψη, αὐτοὶ τῶν ὁποίων θὲς νὰ εἶσαι αὐτοκράτορας εἶναι βάρβαροι.

 

Στρατὸς στὸ Βυζάντιο: χριστιανικὰ μεμπτὸς ἢ ὄχι; Ἡ ἐξέλιξη τῶν ἀπόψεων

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπιλύσουν οἱ Χριστιανοὶ στὴ σχέση τους μὲ τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἦταν ἐκεῖνο τῆς συμμετοχῆς τους σὲ πολέμους της. Τὸν 4ο αἰ., ὁ Μέγας Βασίλειος μὲ τὸν ΙΓ΄ κανόνα του ὅρισε ὅτι ὅσοι Χριστιανοὶ φόνευαν κατὰ τὸν πόλεμο ἀμυνόμενοι ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας, θὰ μποροῦσαν νὰ κοινωνήσουν μόνο μετὰ 3 ἔτη:

Τοὺς ἐν πολέμοις φόνους οἱ Πατέρες ἡμῶν, ἐν τοῖς φόνοις οὐκ ἐλογίσαντο, ἐμοὶ δοκεῖ, συγγνώμην διδόντες τοῖς ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας ἀμυνομένοις. Τάχα δὲ καλῶς ἔχει συμβουλεύειν, ὡς τὰς χεῖρας μὴ καθαρούς, τριῶν ἐτῶν τῆς κοινωνίας μόνης ἀπέχεσθαι.

(Γ. Ράλλης – Μ. Ποτλῆς, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, Ἀθήνα 1854, τ. 4, σ. 131.)

 

Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἐλέχθη σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου εἶναι ζήτημα ἐὰν ὁ μισὸς πληθυσμὸς εἶχε ἐκχριστιανιστεῖ. Σύμφωνα μὲ διάφορες ἐκτιμήσεις, κατὰ τὸν 4ο αἰ. ἡ πλειονότητα τοῦ στρατοῦ ἦταν ἀκόμη Ἐθνικοί. Ἔτσι, οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἐξαίρεση.

Ὅσο ὅμως περνοῦσαν οἱ αἰῶνες, οἱ Χριστιανοὶ γίνονταν ἡ πλειονότητα καὶ τελικὰ τὸ 100% τοῦ στρατοῦ. Τότε, ὁ κανόνας αὐτὸς γινόταν ἀκατανόητος στοὺς Χριστιανοὺς συγγραφεῖς. Ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πιὰ χριστιανική, ἡ ὑπεράσπισή της ἦταν θέμα στὸ ὁποῖο οἱ Χριστιανοὶ πλέον εἶχαν τὸν ἀποφασιστικὸ ρόλο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν 4ο αἰώνα. Ἔτσι, ὁ Ζωναρᾶς, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος παραθέτει τὸν κανόνα ὄχι ὡς «ἐπιταγή», ἀλλὰ ὡς «συμβουλή». Γιατὶ διαφορετικά, μὲ τοὺς συνεχεῖς πολέμους οἱ Χριστιανοὶ στρατιῶτες, καὶ μάλιστα οἱ πιὸ θαρραλέοι καὶ καλοί, δὲν θὰ μεταλάμβαναν ποτέ, πράγμα ἀφόρητο γιὰ Χριστιανό. Κι ἂν οἱ ἐχθροὶ τοῦ «Βυζαντίου» δὲν φονεύονταν στὸν πόλεμο, ἀλλὰ ἐπικρατοῦσαν, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε εὐσέβεια οὔτε σωφροσύνη, ἀλλὰ οἱ ὑπόδουλοι θὰ ἐκβιάζονταν νὰ ζήσουν μὴ «εὐσεβῶς». Ὑποθέτει ἐπίσης ὅτι στὸ διάστημα μετὰ τὸν 4ο αἰ., ἡ «συμβουλὴ» δὲν τηρήθηκε:

Οὐ κατ’ ἐπιταγήν φησιν, ὁ ἅγιος, τοὺς ἐν πολέμοις ἀναιροῦντας ἐπὶ τριετίαν ἀπέχεθσαι τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ κατὰ συμβουλήν· πλὴν φορτικὴ ἡ τοιαύτη δοκεῖ συμβουλή· συμβαίη γὰρ ἂν ἐκ ταύτης, μηδέποτε τοὺς στρατιώτας μεταλαβεῖν τῶν θείων δώρων, καὶ μάλιστα τοὺς θάρσος ἐνδεικνυμένους καὶ ἀριστεῖς· οὐ γὰρ ἄν ποτε σχοῖεν ἄδειαν ἐπὶ τριετίαν ἡρεμῆσαι. Εἰ γοῦν οἱ πολέμοις ἀλλεπαλλήλοις σχολάοζντες, καὶ ἀναιροῦντες τοὺς πολεμίους, εἴργονται τῆς κοινωνίας, ἔσονται διὰ βίου στερούμενοι τῆς τοῦ ἀγαθοῦ μεταλήψεως· ὅπερ Χριστιανοῖς ἀφόρητοις κόλασις. Διὰ τί δὲ τὰς χεῖρας οὐ καθαροὶ κριθεῖεν οἱ ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν ἀδελφῶν ἀγωνιζόμενοι, ἵνα μὴ ληφθεῖεν τοῖς πολεμίοις, ἢ ἵνα αἰχμαλωτισθέντας ἐλευθερώσωσιν; Εἰ γὰρ φονεύειν τοὺς βαρβάρους εὐλαβηθήσονται, ὡς τὰς χεῖρας ἐντεῦθεν μιαίνοντες, οἰχήσεται ξύμπαντα, καὶ κρατήσουσιν οἱ βάρβαροι πάντων, ἃ καὶ οἱ πάλαι Πατέρες λογιςάμενοι, οὐ τοῖς φονεῦσι συγκατάλεξαν τοὺς ἐν πολέμοις φονεύοντας, συγγνωμονήσαντες αὐτοῖς, ὡς οὗτις ἔφησεν ὁ ἅγιος, ὡς ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας ἀμυνομένοις· εἰ γὰρ οἱ βάρβαροι κυριεύσουσιν, οὔτε εὐσέβεια ἔστε, οὔτε σωφροσύνη· τὴν μὲν γὰρ εὐσέβειαν ἀθετήσουσοι, τὸ οἰκεῖον σέβας κρατύνοντες· τὴν δὲ σωφροσύνην οὐδεὶς μετιένται συγχωρηθήσεται, ἀλλὰ ζῇν κατ’ ἐκείνους ἅπαξ ἐκβιασθήσεται. Ὁ δὲ τὰ θεῖα πολὺς Ἀθανάσιος, ἐν τῇ πρὸς Ἀμμοῦν μονάζοντα κανονικῇ ἐπιστολῇ ταῦτα λέγει ῥητῶς· Φονεύειν οὐκ ἔξεστιν, ἀλλ’ ἐν πολέμῳ ἀναιρεῖν τοὺς ἀντιπάλους, ἔννομόν τε καὶ ἐπαίνου ἄξιον. Οἶμαι γοῦν, ὡς οὔποτε ἡ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ὑποθήκη αὕτη ἐκράτησε […]

Εἶναι ἄξιο ἀπορίας, φυσικά, ὅτι μεταξὺ 4ου καὶ 12ου αἰ., κανεὶς δὲν σχολίασε τὸ ἀκανθῶδες αὐτὸ πρόβλημα καὶ δὲν ἑρμήνευσε τὸν κανόνα. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμῶν (12ος αἰ.), σχολιάζοντας τὸν ἴδιο κανόνα, ὑποστηρίζει ἐπίσης ὅτι αὐτὸς πρόκειται περὶ συμβουλῆς, καί, ἐπίσης, ὅτι στὸν καιρό του δὲν εἶναι σὲ ἰσχύ, γιατὶ ἂν ἴσχυε τότε ποτὲ δὲν θὰ κοινωνοῦσαν οἱ στρατιῶτες οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὥστε οἱ διαφορετικὰ μελλοντικῶς αἰχμαλωτισθέντες ἄμαχοι νὰ παραμείνουν ἐλεύθεροι καί, ἔτσι, εὐσεβεῖς καὶ σώφρονες, δηλαδὴ Χριστιανοί:

Διὰ τοῦ παρόντος κανόνος ὑποτίθησιν ὁ ἅγιος συμβουλευτικῶς, τοὺς ἐν πολέμῳ φονεύσαντας ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας δι’ ὅλης τριετίας, κἂν οἱ Πατέρες τοῖς τοιούτοις συγγνώμην δεδώκασι, καὶ μετὰ φονέων αὐτοὺς οὐκ ἐλογίσαντο, ἀγωνισαμένοις ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς σωφροσύνης τῶν μελλόντων αἰχμαλωτισθῆναι πιστῶν. Οὗτος δὲ ὁ κανών, ἀξίως μὲν τῇ ἁγιοπρεπείᾳ τοῦ θείου Πατρὸς ἐξετέθη, οὐκ ἐνεργεῖ δέ, διὰ τὸ συμπίπτειν, εἰ τοῦτο δοθῇ, μηδέποτε τοὺς στρατιώτας μεταλαμβάνειν τῶν θείων ἁγιασμάτων, πολέμοις ἀλλεπαλλήλοις ἐνασχολουμένους, καὶ ἀναιροῦντας τοὺς πολεμίους· ὅπερ ἐστὶν ἀφόρητον.

Ἴδια ἄποψη, σχετικὰ μὲ τὸ συμβουλευτικὸ χαρακτήρα τοῦ κανόνα, ἐκφράζει καὶ ὁ Ἀλέξιος Ἀριστηνός. Ἔτσι, στὸ Βυζάντιο ἐπικράτησε ἡ ἄποψη ὅτι οἱ στρατιῶτες ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τῶν ἀλλόθρησκων εἰσβολέων ὥστε οἱ πληθυσμοὶ τῆς αὐτοκρατορίας νὰ παραμείνουν Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνουν ἀκοινώνητοι ἐπὶ τρία συνεχόμενα ἔτη, γιατὶ οἱ ἀλλεπάλληλοι πόλεμοι καὶ σφαγὲς θὰ συνεπάγονταν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κοινωνήσουν.

Ἐὰν τὸ Ἰσλὰμ ὑποσχόταν θέση στὸν Παράδεισο διὰ τῆς συμμετοχῆς στὸν πόλεμο, καὶ ἡ Δύση ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ Βυζάντιο ἔδινε δυνατότητα γιὰ σωτηρία σὲ ἐκείνους ποὺ θὰ σκότωναν σὲ ἀμυντικὸ πόλεμο καὶ ἔτσι θὰ καταδίκαζαν τὴν ψυχή τους, ὥστε νὰ παραμείνουν Χριστιανοὶ οἱ ὑπήκοοι τῆς αὐτοκρατορίας οἱ ὁποῖοι διαφορετικὰ θὰ ὑποδουλώνονταν καὶ θὰ ὑπῆρχε μεγάλη πιθανότητα νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.

 

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Σὲ συγχαίρω γιὰ τὴν ἀποτυχία σου


Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Β΄ ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ Σικελία στασίασε, ἐπειδὴ τοῦ ἄρεσε νὰ ἀστειεύεται μὲ τὶς δύσκολες καταστάσεις, κάλεσε τὸν «πρωθυπουργό» του καὶ τοῦ εἶπε: «Σὲ συγχαίρω, μάγιστρε, ποὺ στασίασε ἡ Σικελία». Αὐτὸς ἔμεινε γιὰ λίγο ἄφωνος μὴν μπορώντας νὰ ἀπαντήσει. Μετά, τοῦ εἶπε, «Αὐτὸ δὲν εἶναι αἰτία γιὰ χαρά, δέσποτα», καὶ φεύγοντας εἶπε στοὺς παρευρισκόμενους: «Ἡ ἀρχὴ τῶν δυστυχιῶν θὰ πέσει στὴ γῆ ὅταν βασιλεύσει ὁ δράκων τῆς Βαβυλώνας, ποὺ ἀγαπάει πολὺ τὸ χρυσάφι καὶ δυσκολεύεται νὰ μιλήσει».

Ὁ Μιχαὴλ Β΄ εἶχε τὸ παρατσούκλι «Τραυλός».

Ἀρχαῖο κείμενο:

Ἐν τούτοις τοῦ Μιχαὴλ ἐνασχολουμένου Κρήτη καὶ Σικελία καὶ αἱ Κυκλάδες νῆσοι τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐξ Ἀφρικῶν τε καὶ Ἀράβων περιῃρέθησαν, λαβόντος ἀρχὴν ἄρτι πρῶτον διὰ τὰς τοῦ λαοῦ ἁμαρτίας καὶ τὴν τῶν κρατούντων δυσσέβειαν. Τῶν δὲ πραγμάτων οὕτως ἐχόντων προσκαλεῖται ὁ βασιλεὺς Εἰρηναῖον τὸν μάγιστρον, καὶ φησὶ πρὸς αὐτόν «συγχαίρω σοι, μάγιστρε, ὅτι ἡ Σικελία ἐμούλτευσεν». Ὁ δὲ ἔφη «τοῦτο ξένον χαρᾶς ἐστί, δέσποτα». Καὶ στραφεὶς πρός τινα τῶν μεγάλων ἔφη ἀρχὴ κακῶν γε πεσεῖται τῇ χθονί, ὅταν κατάρξῃ τῆς Βαβυλῶνος δράκων δύσγλωσσος ἄρδην καὶ φιλόχρυσος λίαν.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Νικήτας Χωνιάτης, ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρόνικου Α΄ (1185)



...Ὁ Ἀνδρόνικος κλείστηκε στὴ φυλακὴ τοῦ Ἀνεμᾶ μὲ δυὸ παχιὲς ἁλυσίδες στὸ λαιμό του, καὶ τὰ πόδια του δέθηκαν μὲ σίδερα. Μὲ αὐτὴ τὴν ἐμφάνιση παρουσιάστηκε στὸν βασιλιὰ Ἰσαάκιο. Χτυπήθηκε στὸ πρόσωπο, κλωτσήθηκε στοὺς γλουτούς, τὰ γένια του ξεριζώθηκαν, τὰ δόντια του ἐκριζώθηκαν, κουρεύτηκε σύριζα, καὶ δόθηκε ὡς παίγνιο σὲ ὅλους τοὺς συγκεντρωμένους. Χτυπήθηκε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες μὲ γροθιὲς στὸ στόμα του· περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνες τῶν ὁποίων τοὺς συζύγους ὁ Ἀνδρόνικος εἶχε ἐκτελέσει ἢ τυφλώσει. Ἔπειτα τοῦ ἔκοψαν τὸ δεξὶ χέρι μὲ τσεκούρι καὶ τὸν πέταξαν στὴν ἴδια φυλακή, ἄσιτο, ἄποτο, μὲ κανέναν νὰ τὸν φροντίζει.

Μετὰ ἀπὸ κάποιες ἡμέρες, τοῦ ἐξόρυξαν τὸ ἕνα μάτι, καὶ, καθίζοντάς τον σὲ μιὰ ψωριάρα καμήλα, τὸν περιέφεραν διὰ τῆς ἀγορᾶς. Ἔμοιαζε μὲ ἕνα ἄφυλλο καὶ μαραμένο δέντρο· τὸ γυμνὸ κρανίο του του, πιὸ φαλακρὸ κι ἀπὸ ἀβγό, ἔλαμπε στὰ μάτια ὅλων· τὸ σῶμα του καλυπτόταν ἀπὸ πενιχρὰ κουρέλια: ἕνα θέαμα ἐλεεινὸν ποὺ προκαλοῦσε πηγὲς δακρύων σὲ μάτια ἥμερων ἀνθρώπων. […] Μερικοὶ τοῦ κτυποῦσαν τὸ κεφάλι μὲ ρόπαλα, ἄλλοι τοῦ μόλυναν τὰ ρουθούνια μὲ κοπριὲς ἀγελάδων, ἄλλοι ἄλειφαν μὲ σφουγγάρια στὸ πρόσωπό του λύματα ἀνθρώπων καὶ βοδιῶν. Ἕτεροι αἰσχρορρημονοῦσαν τὴ μητέρα καὶ τοὺς λοιποὺς προγόνους του. Ἄλλοι τρυποῦσαν μὲ σουβλιὰ τὰ πλευρά του. Οἱ πιὸ ξεδιάντροποι τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν λυσσασμένο σκυλί. Μιὰ πόρνη τοῦ πέταξε στὸ πρόσωπο ζεστὸ νερό. Ἔτσι ἐξευτελιζόμενος, ὁ Ἀνδρόνικος ὁδηγήθηκε στὸ θέατρο, σὲ ἕναν γελοιώδη θρίαμβο, καθήμενος πάνω στὴν πλάτη μιᾶς καμήλας. Ὅταν κατέβηκε, ἀμέσως τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ τὰ πόδια σὲ δύο στύλους. 

Ὅσο ὑπέφερε ὅλες αὐτὲς τὶς συμφορὲς καὶ ἀμέτρητες ἄλλες ποὺ παρέλειψα, ἄντεχε ἀκόμη γενναῖα τὰ βάσανα ποὺ τοῦ ἔκαναν, καὶ διατηροῦσε τὶς αἰσθήσεις του. Πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸν χτυποῦσαν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, γυρνοῦσε καὶ δὲν ἔλεγε τίποτε ἄλλο παρὰ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ «Γιατὶ χτυπᾶτε κι ἄλλο ἕνα τσακισμένο καλάμι;». Δὲν λυπήθηκαν τὶς σάρκες του, ἀλλὰ βγάζοντάς του τὸ χιτώνιο, τοῦ ἐπιτέθηκαν στὰ μόρια. Ἕνας ἀνόσιος ἄνδρας βύθισε τὸ ἐπίμηκες ξίφος του μέσα στὰ σπλάγχνα του βάζοντάς το ἀπὸ τὸ φάρυγγα. Μερικοὶ Λατίνοι βύθισαν τὰ ξίφη τους στὴν ἕδρα του. Μετὰ ἀπὸ τόσα παθήματα, ὁ Ἀνδρόνικος ἀπέρρηξε τὴ ζωή, ἐκτείνοντας τὸ δεξί του χέρι μετ’ ὀδύνης καὶ φέρνοντάς το στὸ στόμα του, ὥστε στοὺς πολλοὺς φάνηκε ὅτι βύζαινε τὸ ζεστὸ ἀκόμη αἷμα ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὸν πρόσφατο ἀκρωτηριασμό.

Νικήτας Χωνιάτης, 349.93-351.55, ἔκδοση J.-A. van Dieten.
Μετάφραση δική μου βασιζόμενη σὲ μεγάλο μέρος στην ἀγγλικὴ τοῦ Νικήτα Χωνιάτη ἀπὸ τὸν Harry J. Magoulias, O City of Byzantium, Annals of Niketas Choniates.
Πηγὴ εἰκόνας: Wikipedia.



Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Μένουμε (ἄταφοι) Σπίτι


Στὴ συλλογὴ μὲ τὰ «Θαύματα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου» (7ος αἰ.), τὸ τρίτο στὴ σειρὰ θαῦμα ποὺ παραθέτει κάποιος Ἰωάννης ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἀφορᾶ τὴν παρέμβαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὲ μιὰ ἐπιδημία πανώλης στὴ Θεσσαλονίκη, καὶ τιτλοφορεῖται «Περὶ τοῦ λοιμοῦ».

Ἡ μετάφραση εἶναι τῆς Ἀλόης Σιδέρη, στὸ Χ. Μπακιρτζῆς (ἐκδ.), Ἁγίου Δημητρίου Θαύματα. Οἱ συλλογὲς Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννου καὶ Ἀνωνύμου. Ὁ βίος, τὰ θαύματα καὶ ἡ Θεσσαλονίκη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, Ἀθήνα 1997.


«30. Γνωρίζετε, πιστεύω, τὴ θεόσταλτη ὀργὴ ποὺ ἐνέσκηψε πρὶν ἀπὸ λίγον καιρὸ στὴν πόλη μας, καὶ ὄχι μόνο στὴν πόλη μας, ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλη τὴ χώρα, καὶ ἐννοῶ ἐκείνη τὴν ὑπέρμετρη καὶ παμφάγο καὶ παντοφθόρο πανώλη […]


34. Ποιὰ πύλη τῆς πόλης ἦταν ἀρκετὰ πλατιὰ γιὰ νὰ χωρέσει τὶς ἐκφορὲς ποὺ γίνονταν ὁλημερίς; Καὶ ποιὰ κλίνη εἶδε τότε κανεὶς ποὺ νὰ περιέχει ἕναν μόνο νεκρό; […] ἂν μιλᾶμε γιὰ παιδιά, καὶ τέσσερα καὶ πέντε εἴδαμε νὰ μεταφέρονται πάνω σὲ μιὰ στρωμνή. Καὶ δὲν θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἔμεναν ἄταφοι μέσα στὰ σπίτια τους καθὼς ὁλόκληρες οἰκογένειες, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση, ξεκληρίζονταν μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ […]

36. Κάθε σπίτι εἶχε κάποιον νεκρὸ ἢ μᾶλλον νεκρούς, καὶ ὄχι λιγότερους ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς […] καὶ οἱ ζωντανοὶ δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν τέλεση τῆς καθιερωμένης προπομπῆς πρὸς χάριν αὐτῶν ποὺ ἀποδημοῦσαν […] ἔβρισκαν τοὺς οἰκογενειακοὺς τάφους τους ἤδη γεμάτους […]

37. Καθὼς λοιπὸν τόσο μεγάλοι κίνδυνοι αἰωροῦνταν πάνω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ὅλοι ἔφευγαν ἀπὸ τὰ σπίτια τους γιὰ νὰ καταφύγουν στοὺς ἱεροὺς ναούς […] οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀπομείνει καὶ ὅσοι κατόρθωσαν, μέσα στὴν τόση συμφορά, νὰ συγκεντρώσουν τὸ μυαλό τους ἔτρεξαν νὰ ζητήσουν ἄσυλο στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων· καὶ οἱ περισσότεροι προσέφυγαν στὸν ἰαματικὸ καὶ φυλακτήριο οἶκο τοῦ πανενδόξου μάρτυρος· καὶ ἦταν, ὅπως ἔμαθα, τόσο πολλοί, ὥστε ἄλλος κανεὶς δὲν χωροῦσε στὸ ἅγιο τέμενος. […]

41. …οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους ποὺ ἦλθαν στὸ ναό του ἔγιναν ἀνέλπιστα καλὰ καὶ μόνο λίγοι ὑπέφεραν γιὰ καιρὸ ἐνῶ πολὺ λιγότεροι ἔχασαν τὴ ζωή τους. […] Τὸ γεγονὸς ὅτι στὶς ἀγορὲς καὶ στὰ σπίτια ἔτσι ἔγιναν τὰ πράγματα (πέθαναν οἱ περισσότεροι) ἐνῶ σὲ ὅσους κατέφυγαν στὸ πανάγιο τέμενος τοῦ μάρτυρος δὲν συνέβη τὸ ἴδιο ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο […]

42. …θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ κόψει σύρριζα ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὶς σκέψεις τοῦ πονηροῦ, διάλεξε κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς· κι αὐτὸς τὴ νύχτα, μέσα σὲ ἕνα εἶδος ἔκστασης ἔβλεπε τὸν Ἅγιο ντυμένο μὲ χλαμύδα καὶ μὲ ρόδινο καὶ χαριέστατο πρόσωπο […] νὰ παρατηρεῖ ὅλους ὅσοι βρίσκονταν σὲ κίνδυνο καὶ σὲ μερικοὺς νὰ ἀκουμπᾶ τὸ χέρι του χαράζοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, σὲ ἄλλους νὰ ρίχνει ἁπλῶς ἕνα περίλυπο βλέμμα καὶ μόνο λίγους νὰ προσπερνάει κατηφὴς καὶ σκυθρωπὸς σὰν νὰ μὴν ἄντεχε μήτε νὰ τοὺς ἀντικρίσει ἀπὸ τὴ μεγάλη λύπηση ποὺ ἔνιωθε γι’ αὐτούς. Κι αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι πέθαιναν ὁπωσδήποτε τὴν αὐγὴ ἢ λίγο ἀργότερα· οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος εἶχε πλησιάσει μὲ πρόσωπο περίλυπο, πλὴν ὅμως τοὺς εἶχε ἀξιώσει νὰ δὲχτοῦν τὴν σωτήρια ἐπίσκεψή του, δὲν πέθαιναν ἀλλὰ ἔμεναν γιὰ καιρὸ ἄρρωστοι, εὐελπιστώντας ὅμως γιὰ τὴ θεραπεία τους ἀφοῦ εἶχαν ἀκούσει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν εἶχε δεῖ ὅτι ὁ Μάρτυρας, ἔστω καὶ μὲ λύπη, εἶχε στέρξει νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ· καὶ πίστευαν τὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ἐπειδὴ πέθαιναν ἀμέσως οἱ ἄρρωστοι τοὺς ὁποίους, κατὰ τὰ λεγόμενά του, δὲν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὁ Μάρτυρας ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ὑπεδείκνυε ὡς σφραγισμένους ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου, πρωὶ πρωὶ ἔδειχναν σημάδια ὑγείας […]».


Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Μπορεῖς νὰ καταπιεῖς ἐκείνη τὴν τεράστια κολώνα;


Τὸ 633 μ.Χ., οἱ Ἄραβες ἔχουν μόλις κατακτήσει τὴ Δαμασκό. Καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ εἰσβάλουν στὴν Αἴγυπτο. Ὁ ἐπίσκοπος Κύρος συμφώνησε μὲ τοὺς Ἄραβες, ἐλλείψει στρατιωτικῆς δράσης τῆς Κωνσταντινούπολης, νὰ δίνεται ἕνα ποσὸ στοὺς Ἄραβες γιὰ νὰ μὴν εἰσβάλουν. Τότε, μᾶς λέει ὁ Θεοφάνης, ὁ Ἡράκλειος θύμωσε μὲ τὸν Κύρο καὶ ἔστειλε ἕναν στρατιωτικὸ διοικητὴ ὀνόματι Μανουήλ, ἕναν παλικαρά, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τὴν καταβολὴ τοῦ φόρου, ἔδωσε μάχη μὲ τοὺς Ἄραβες, συνετρίβη καὶ κλείστηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τότε, συνεχίζει ὁ Θεοφάνης:



Οἱ Σαρακηνοὶ ἐφορολόγησαν τὴν Αἴγυπτον. Ἀκούσας δὲ Ἡράκλειος τὰ πραχθέντα ἀποστέλλει Κῦρον πρὸς τὸ πεῖσαι αὐτοὺς ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου». Ὁ Κύρος πῆγε στοὺς Ἄραβες, ἀπολογήθηκε ὅτι δὲν ευθύνεται αὐτὸς γιὰ τὶς ἐνέργειες τοῦ Μανουήλ, καὶ ζήτησε νὰ ἐπανέλθει σὲ ἰσχὺ ἡ συμφωνία ποὺ εἶχε συνάψει ἀρχικὰ ὁ ἴδιος, δηλαδὴ νὰ φύγουν οἱ Ἄραβες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἁπλῶς νὰ παίρνουν τὸ χρηματικὸ ἑτήσιο ποσό. Ὅμως, ὅπως συνεχίζει ὁ Θεοφάνης, «Οἱ Σαρακηνοὶ δὲν πείστηκαν μὲ τοῦτα καὶ εἶπαν στὸν ἐπίσκοπο: "Μπορεῖς νὰ καταπιεῖς ἐκείνη τὴν τεράστια κολώνα;" Καὶ ὁ Κύρος ἀπάντησε: "Δὲν εἶναι δυνατόν". Καὶ τοῦ ἀπάντησαν τότε οἱ Σαρακηνοί: "Οὔτε καὶ σὲ μᾶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναχωρήσουμε τώρα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο".


Ἀρχαῖο κείμενο:

Τότε οἱ Σαρακηνοὶ ἐφορολόγησαν τὴν Αἴγυπτον. ἀκούσας δὲ Ἡράκλειος τὰ πραχθέντα ἀποστέλλει Κῦρον πρὸς τὸ πεῖσαι αὐτοὺς ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου τῷ πρώτῳ στοιχήματι· καὶ ἀπελθὼν ὁ Κῦρος εἰς τὴν παρεμβολὴν τῶν Σαρακηνῶν […] Πρὸς τούτοις οἱ Σαρακηνοὶ οὐκ ἐπείσθησαν λέγοντες τῷ ἐπισκόπῳ· «δύνη τοῦτον τὸν παμμεγέθη στύλον καταπιεῖν;» ὁ δὲ εἶπεν· «οὐκ ἐνδέχεται.» ἔφησαν δέ· «οὐδὲ ἡμῖν ἐνδέχεται ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου ἔτι»




Ἡγεσίες


Ὅταν ἔγινε βασιλιὰς ὁ Φωκᾶς ὁ τύραννος, καὶ ἄρχισε τὶς αἱματοχυσίες ἐκεῖνες μὲ τὸν Βονόσο τὸν δήμιο, κάποιος ἅγιος μοναχὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔχοντας πολλὴ παρρησία πρὸς τὸν Θεό, σὰ νὰ δικαζόταν μὲ τὸν Θεό, τοῦ ἔλεγε; "Κύριε, γιατί ἔκανες αὐτὸν βασιλιά;". Μετά, ἀφοῦ τὸ ρώταγε αὐτὸ ἐπὶ ἀρκετὲς ἡμέρες, τοῦ ἦρθε φωνὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔλεγε: "Γιατὶ δὲν βρῆκα χειρότερο"


Ὅτε γὰρ γέγονε βασιλεῦς Φωκᾶς ὁ τύραννος, καὶ ἤρξατο τὰς αἱματοχυσίας ἐκείνας διὰ Βοσόνου [ἐκείνου] τοῦ δημίου ἐργάζεσθαι, μοναχός τις δὲ ἐν Κωνσταντίνου πόλει ἀνὴρ ἅγιος, καὶ πολλὴν παῤῥησίαν πρὸς Θεὸν ἔχων, διεδικάζετο πρὸς Θεὸν ἐν ἁπλότητι λέγων· Κύριε, διατί τοιοῦτον βασιλέα ἐποίησας; Εἴτα, ὡς ἐπὶ ἱκανὰς ἡμέρας τοῦτο ἔλεγεν, ἦλθεν αὐτῷ φωνὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ λέγουσα· Ὅτι οὐχ εὗρον χείρονα.


Ὑπῆρχε κάποια ἄλλη πόλη, στὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδας, γεμάτη ἀπὸ παρανομία, στὴν ὁποία διαπράττονταν πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα πράγματα. Σ’ αὐτὴν ζοῦσε κάποιος ἄνθρωπος ἐξωλέστατος, τοῦ ἱπποδρόμου, ποὺ ξαφνικὰ ἀπέκτησε κάποια ψευδοκατάνυξη, καὶ πῆγε κι ἔγινε μοναχός, χωρὶς ὡστόσο νὰ σταματήσει τὶς πονηρὲς πράξεις του. Συνέβη λοιπὸν νὰ πεθάνει ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης. Τότε παρουσιάστηκε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνθρωπο ἄγγελος Κυρίου, ποὺ τοῦ εἶπε: "Πήγαινε καὶ προετοίμασε τὴν πόλη, γιὰ νὰ χειροτονήσουν τὸν πρώην θαμώνα τοῦ ἱπποδρόμου". Πῆγε ὁ ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Ὅταν χειροτονήθηκε ὡς ἐπίσκοπος ὁ πρώην, ἀλλὰ καὶ ἔτι, θαμώνας τοῦ ἱπποδρόμου, ἄρχισε μὲ τὴ σκέψη του νὰ φαντάζεται ὅτι εἶναι κάποιος, καὶ νὰ μεγαλοφρονεῖ. Τότε τοῦ παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου λέγοντάς του: "Τί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; Στ’ ἀλήθεια, δὲν χειροτονήθηκες ἐπίσκοπος ὡς ἄξιος γιὰ τὴν ἱεροσύνη, ἀλλὰ ἐπειδὴ τέτοιας πόλης τέτοιος ἐπίσκοπος τῆς ἄξιζε"


Ἄλλη δέ τις πόλις ὑπῆρχε παράνομος [κατὰ τὴν Θηβαΐδα], πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα διαπραττομένη, ἐν ᾗ δημότης τις ἐξωλέστατος, ἐξαίφνης ψευδοκατάνυξίν τινα κτησάμενος, ἀπελθὼν ἐκάρη, καὶ τὸ μοναχικὸν σχῆμα ἠμφιέσατο. Μέντοιγε τῶν πονηρῶν πράξεων οὐδαμῶς ἐπαύσατο. Συνέβη γοῦν τὸν ἐπίσκοπον τῆς πόλεως τελευτῆσαι, καὶ φαίνεταί τινι ἀνδρὶ ἁγίῳ ἄγγελος Κυρίου λέγων· Ἄπελθε, καὶ παρασκεύασον τὴν πόλιν, ἵνα τὸν ἀπὸ δημοτῶν χειροτονήσωμεν ἐπίσκοπον. Ἀπελθὼν οὒν ἐποίησε τὰ κελευ[σ]θέντα αὐτῷ. Χειροτονηθεὶς δὲ ὁ προλεχθεὶς ἀπὸ δημοτῶν, μᾶλλον δὲ ὁ δημότης, ἤρξατο κατὰ διάνοιαν φαντάζεσθαι καὶ μεγαλοφρονεῖν. Καὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου λέγων· Τί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; ὄντως, οὐ ὡς ἄξιος τῆς ἱεροσύνης ἐγένου, ἐπίσκοπε, ἀλλ’ ὅτι ἡ πόλις αὕτη, τοιούτου ἐπισκόπου ἐστὶν ἀξία.


Τοῦ ἐν ἁγίοις Ἀναστασίου Σιναΐτου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, Ἐρωτήσεις καὶ Ἀποκρίσεις, Ἐρώτησις ΙϚ΄, P.G. 89, 476C-477Α


Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Μανουὴλ Α΄ καὶ Κορράδος (1147)





Τὸ 1147, ὁ αὐτοκράτορας Μανουὴλ Α΄ Κομνηνὸς λέει στὸν γερμανὸ ρήγα Κορράδο (Conrad III), ἀφότου ὁ βυζαντινὸς στρατὸς εἶχε νικήσει τοὺς Σταυροφόρους ποὺ προέβησαν σὲ ἐπιθετικὲς κινήσεις στὰ περίχωρα τῆς Κωνσταντινούπολης:

Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι εἶσαι σὰν σπουργιτάκι κλεισμένο στὰ χέρια μας κι ἂν θελήσουμε σὲ ἀφανίζουμε; Κατάλαβε λοιπὸν ὅτι τὴ χώρα τούτη τὴν κατέχουν αὐτοί, ποὺ οἱ πρόγονοί τους ἔφθασαν πολεμώντας στὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ κατάκτησαν καὶ σᾶς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο

«Οὐκ οἶσθα, ὅτι καθαπερεὶ στρουθίον ὑπὸ ταῖς ἡμετέραις γεγένησαι ἤδη παλάμαις; Κἂν θελήσωμεν, οὐκ ἂν φθάνοις αὐτίκα παραπολλύμενος. Ἐννόησον ὡς ἐκεῖνοι τὴν χώραν κατέχουσι ταύτην, ὧν οἱ πρόγονοι πᾶσαν τὴν γῆν περιῆλθον τοῖς ὅπλοις, ὑμῶν τε αὐτῶν καὶ λοιπῶν ἁπάντων τῶν ὑφ’ ἡλίῳ ἐκυρίευσαν ἐθνῶν».



Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Τὸ Βυζάντιο ἀνάμεσα σὲ δύο θεοκρατίες

«Οἱ Βυζαντινοὶ τοῦ πρώιμου Μεσαίωνα, ζώντας ἀνάμεσα στὸ Ἰσλάμ, ὅπου θρησκεία καὶ νόμος ἦταν ἕνα, καὶ σὲ μιὰ Δυτικὴ Εὐρώπη ὅπου ἡ θρησκεία εἰσέβαλλε μέσα ἀπὸ χάσκοντα ρήγματα στὴ δομὴ τῆς κοινωνίας [*], ἤξεραν νὰ κρατοῦν τὸ Ἅγιο ἐκεῖ ποὺ τὸ χρειάζονταν»
Peter Brown, Ἡ Κοινωνία καὶ τὸ Ἅγιο στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα

[*] ἐννοεῖ: ἀφότου κατέρρευσε κάθε ἔννοια κράτους.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἀλάριχου στὴν Ἑλλάδα


«…Ἦταν τότε, ποὺ ὁ Ἀλλάριχος μὲ τοὺς βαρβάρους του πέρασε τὶς Θερμοπύλες, σὰν νὰ ἔτρεχε ἀγώνα δρόμου ἢ σὲ ἱπποδρομίες. Ἡ ἀσέβεια τῶν μαυροφορεμένων μοναχῶν [τῶν τὰ φαιὰ ἱμάτια ἐχόντων], ποὺ εἰσέβαλαν μαζί του ἀνεμπόδιστα, ἄνοιξε σ’ ἐκεῖνον τὶς πύλες τῆς Ἑλλάδος· τὰ θεμέλια καὶ ὁ νόμος τῶν ἱεροφαντικῶν θεσμῶν ἄρχισαν νὰ κλονίζονται».

Αὐτὰ λέει ὁ Εὐνάπιος, στοὺς Βίους φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν, 7.3.4-5, καὶ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀρκετὰ συγκλονιστικό, ἀφοῦ μᾶς λέει ὅτι ἡ νότια Ἑλλάδα «ἁλώθηκε» μὲ τὴ βοήθεια βυζαντινῶν μοναχῶν, ντόπιων ἢ φερμένων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Συρία, οἱ ὁποῖοι ἄνοιξαν τὸ δρόμο στὸν Ἀλάριχο, προκειμένου αὐτὸς νὰ καταστρέψει τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς ναούς. Σαφῶς, εἶναι δυνατὸ νὰ ἀναρωτηθεῖ κάποιος, πῶς ἄοπλοι μοναχοὶ ἐξουδετέρωσαν τὶς στρατιωτικὲς φρουρὲς στὶς Θερμοπύλες καὶ ἀλλοῦ. Ἡ πιθανὴ ἀπάντηση εἶναι ὅτι δὲν ξέρουμε, ἀλλὰ μὲ κάποιον τρόπο, οἱ μοναχοὶ τὸ κατόρθωσαν, καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχτοῦμε ὡς γεγονός.

Ὅσο κι ἂν φαίνεται περίεργο, τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ Εὐνάπιος στὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα τῆς Ἱστορίας του. Γράφει, λοιπόν, ὁ Εὐνάπιος ὅτι οἱ Γότθοι γιὰ νὰ ξεγελάσουν τοὺς Ρωμαίους προσποιήθηκαν ὅτι εἶναι Χριστιανοί, ἐνῶ δὲν ἦταν, καὶ μερικοὶ ἐξ αὐτῶν μεταμφιέστηκαν ὡς ἐπίσκοποι τῶν Γότθων. Ἔτσι μποροῦσαν μέσῳ ὅρκων νὰ ἔχουν πρόσβαση σὲ ὅ,τι ἦταν ἀφύλακτο καὶ νὰ τὸ ἀποσπάσουν. Μάλιστα –καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ βασικότερο– οἱ Γότθοι ἔφτιαξαν καὶ μερικοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι μιμοῦνταν τοὺς μοναχοὺς τῶν ἐχθρῶν τους, δηλαδὴ τῶν Ρωμαίων. Ἡ μίμηση, συνεχίζει ὁ Εὐνάπιος, δὲν ἦταν κοπιαστικὴ οὔτε δύσκολη· ἀρκοῦσε νὰ φορέσουν φαιὰ ἱμάτια καὶ χιτώνια. Οἱ Γότθοι εἶχαν προσέξει ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα ἦταν σεβαστὰ γιὰ τοὺς Ρωμαίους, οἱ ὁποῖοι ξεγελάστηκαν τόσο ὥστε ἀκόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν λογικὰ ἄτομα πείστηκαν ὅτι οἱ Γότθοι ἦταν Χριστιανοί:


Φυλαὶ μὲν γὰρ τῶν πολεμίων τὴν ἀρχὴν διαβεβήκεσαν ἄπειροι, καὶ πλείους ἐπιδιέβαινον, οὐδενὸς κωλύοντος· ἀλλ’ ἐν τοσούτοις κακοῖς κέρδος αὐτοῖς ἐδόκει γνήσιον τὸ δωροδοκεῖσθαι παρὰ τῶν πολεμίων. Εἶχε δὲ ἑκάστη φυλὴ ἱερά τε οἴκοθεν τὰ πάτρια  συνεφελκομένη, καὶ ἱερέας τούτων καὶ ἱερείας· ἀλλὰ στεγανή τις ἦν λίαν καὶ ἀδαμάντινος ἡ περὶ ταῦτα σιωπὴ καὶ τῶν ἀπορρήτων ἐχεμυθία, ἡ δὲ εἰς τὸ φανερὸν προσποίησις καὶ πλάσις εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἀπάτην διηρτυμένη. Καί τινας ὡς ἐπισκόπους αὐτῶν ἐς τὸ θαυμαζόμενον σχῆμα καταστολίσαντες καὶ περικρύψαντες, καὶ πολλῆς αὐτοῖς τῆς ἀλώπεκος ἐπιχέαντες, εἰς τὸ μέσον προεφίεσαν, πανταχοῦ τὸ ἀφύλακτον διὰ τῶν καταφρονουμένων ὅρκων παρ’ ἐκείνοις, παρὰ δὲ τοῖς βασιλεῦσι σφόδρα φυλαττομένων, ὑποτρέχοντες καὶ κατασκευάζοντες. Ἦν δὲ καὶ τῶν καλουμένων μοναχῶν παρ’ αὐτοῖς γένος, κατὰ μίμησιν τῶν παρὰ τοῖς πολεμίοις ἐπιτετηδευμένον, οὐδὲν ἐχούσης τῆς μιμήσεως πραγματῶδες καὶ δύσκολον, ἀλλὰ ἐξήρκει φαιὰ ἱμάτια σύρουσι καὶ χιτώνια, πονηροῖς τε εἶναι καὶ πιστεύεσθαι. Καὶ τοῦτο ὀξέως συνεῖδον οἱ βάρβαροι τὸ θαυμαζόμενον παρὰ Ῥωμαίοις ἐς παραγωγὴν ἐπιτηδεύσαντες· ἐπεὶ τά γε ἄλλα μετὰ βαθύτητος καὶ σκέπης ὅτι μάλιστα στεγανωτάτης τῶν ἀπορρήτων τὰ πάτρια ἱερὰ γεννικῶς τε καὶ ἀδόλως φυλάττοντες. Οὕτω δὲ ἐχόντων τούτων, ὅμως ἐς τοσαύτην ἄνοιαν ἐξεπτώκεσαν, ὥστε συμπεπεῖσθαι σαφῶς καὶ ἀμάχως τοὺς δοκοῦντας νοῦν ἔχειν, ὅτι Χριστιανοί τέ εἰσι καὶ πάσαις ταῖς τελεταῖς ἀνέχοντες.


Ἀπὸ τὰ γραφόμενα τοῦ Εὐνάπιου προκύπτει ὅτι οἱ «μοναχοὶ» ποὺ ἄνοιξαν τὶς πύλες στὸν Ἀλάριχο δὲν ἦταν πραγματικοὶ μοναχοί· οὔτε ἐκ Ρωμαίων (Βυζαντινῶν) μοναχοί, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἀντιειδωλολατρικοῦ μίσους καλωσόρισαν τοὺς Γότθους στὴν παγανιστικὴ νότια Ἑλλάδα προκαλώντας τὴν καταστροφή της. Ἦταν παγανιστὲς Γότθοι, τόσο οἱ δῆθεν ἐπίσκοποι ὅσο καὶ οἱ δῆθεν μοναχοί. Πράγματι, ἀκόμη καὶ ἡ ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιεῖται καὶ στὰ δύο ἀποσπάσματα τοῦ Εὐναπίου εἶναι ἴδια: Οἱ «μοναχοὶ» φοροῦσαν φαιὰ ἱμάτια

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μπορεῖ κάποιος νὰ ὑποθέσει εὐκολότερα τὴ διάχυση τῶν Γότθων «μοναχῶν» σὲ πόλεις τὶς ὁποῖες κατόπιν οἱ φανερὰ ὁπλισμένοι Γότθοι κατακυρίευαν.

Ἡ ἐπισήμανση τῶν παραπάνω ἔγινε μὲ ἀφορμὴ τὸ ἄρθρο τοῦ G. Fowden, The Athenian agora and the progress of Christianity, Journal of Roman Archaeology 3 (1990) 500, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει μυστηριῶδες τὸ πρῶτο ἀπόσπασμα τοῦ Εὐνάπιου καὶ συμπεραίνει ὅτι οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἦταν ψευδομοναχοὶ ποὺ τοὺς ἔφεραν οἱ Γότθοι τοῦ Ἀλάριχου γιὰ ἀνατρεπτικοὺς σκοπούς.