Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Βένετοι καὶ Πράσινοι: ἐνδυμασία καὶ τρομοκρατία

Τὸ στάδιο τῆς Ἀντιόχειας ("Τὸ Ὀλυμπιακόν"). Πηγή

 

...Οἱ στασιαστὲς εἶχαν ἀλλάξει τὴ μόδα τῶν μαλλιῶν τους μ’ ἕναν ἀσυνήθιστο τρόπο. Κουρεύονταν δηλαδὴ ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ρωμαίους. Δὲν πείραζαν καθόλου τὸ μουστάκι καὶ τὰ γένια τους ἀλλὰ ἤθελαν νὰ τὰ ἔχουν πάντα πολὺ μακριὰ ὅπως οἱ Πέρσες. Ὅσο γιὰ τὰ μαλλιά τους, ἔκοβαν τὰ μπροστινὰ κοντὰ ὣς τοὺς κροτάφους καὶ -ἐντελῶς παράλογα- ἄφηναν τὰ πίσω πολὺ μακριὰ νὰ κρέμονται, ὅπως οἱ Μασσαγέτες. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὴ μόδα αὐτὴ τὴν ὀνόμασαν Οὐννική.

Ὅσο γιὰ τὴ μόδα τῶν ρούχων, θεωροῦσαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅλοι λαμπροστολισμένοι καὶ ντύνονταν πιὸ ἐπιδεικτικὰ ἀπ’ ὅσο ταίριαζε στὴ σειρὰ τοῦ καθενός. Κάτι τέτοια στολίδια εἶχαν βέβαια τὴ δυνατότητα νὰ τ’ ἀποκτοῦν μὲ ἄνομους τρόπους. Τὸ μέρος τοῦ χιτώνα ποὺ σκέπαζε τὰ χέρια τὸ εἶχαν πολὺ σφιχτὸ γύρω ἀπὸ τοὺς καρπούς, ἐνῶ ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ ὣς τοὺς ὤμους τὸ ἄφηναν ν’ ἁπλώνεται σὲ ἀπερίγραπτο πλάτος. Κάθε φορὰ ποὺ ἀνέμιζαν τὰ χέρια τους καθώς, κατὰ τὴ συνήθειά τους, ἐπευφημοῦσαν ἢ ἐνεθάρρυναν τοὺς ἀθλητὲς στὰ θέατρα καὶ στὰ ἱπποδρόμια, τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ χιτώνα τους σηκωνόταν πολὺ ψηλὰ κι ἔκανε αὐτοὺς τοὺς ἀνόητους νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ σῶμα τους ἦταν τόσο ὡραῖο καὶ στιβαρό, ὥστε τοὺς ἔπρεπε νὰ ντύνονται μὲ τέτοια ροῦχα χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ὅτι μέσα ἀπὸ τὸ ἀραχνοΰφαντο ὕφασμα καὶ ἀπὸ τὰ ἀνοίγματα τοῦ φορέματος θὰ ἀναδεικνυόταν πολὺ περισσότερο ἡ ἀδυναμία τοῦ κορμιοῦ τους. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ παντελόνια καὶ οἱ περισσότεροι τύποι παπουτσιῶν τους ἦταν «οὐννικὰ» καὶ ὡς πρὸς τὴ μόδα καὶ κατ’ ὄνομα.

Ὅλοι σχεδὸν ὁπλοφοροῦσαν φανερά, στὴν ἀρχὴ μόνο τὴ νύχτα, ἐνῶ τὴν ἡμέρα εἶχαν κρεμασμένα πλάι στὸ μηρό τους δίκοπα μικρὰ σπαθιὰ κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὸ ἱμάτιο καί, μόλις σκοτείνιαζε, σχημάτιζαν συμμορίες καὶ λήστευαν τοὺς πλουσιότερους, καὶ στὴν ἀγορὰ καὶ στὰ στενοσόκακα, ἁρπάζοντας ἀπὸ τὰ θύματά τους καὶ ροῦχα καὶ ζῶνες καὶ πόρπες χρυσὲς κι ὅ,τι ἄλλο εἶχαν ἀπάνω τους. Μερικοὺς μάλιστα ὄχι μόνο τοὺς λήστευαν, ἀλλὰ θεωροῦσαν καλὸ καὶ νὰ τοὺς σκοτώσουν γιὰ νὰ μὴν καταγγείλουν αὐτὰ ποὺ τοὺς εἶχαν συμβεῖ. Μὲ τὶς πράξεις αὐτὲς ὅλοι βέβαια ἦταν στὸ ἔπακρο ἀγανακτισμένοι, ἀκόμα καὶ οἱ Βένετοι ποὺ δὲν ἀνῆκαν στὴ μερίδα τῶν στασιαστῶν, ἐπειδὴ κι αὐτοὶ πάθαιναν τὰ ἴδια. Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο οἱ περισσότεροι ἄρχισαν νὰ φορᾶνε μπρούντζινες ζῶνες καὶ πόρπες καὶ ροῦχα πολὺ κατώτερα ἀπ’ ὅ,τι ταίριαζε στὴ σειρά τους, γιὰ νὰ μὴ χάσουν βέβαια ἀπὸ κοκεταρία τὴ ζωή τους, κι ἔτρεχαν νὰ κρυφτοῦν στὰ σπίτια τους πρὶν ἀκόμα βασιλέψει ὁ ἥλιος. Ὅσο τὸ κακὸ τραβοῦσε σὲ μάκρος κι οἱ ἀρχὲς τῆς πόλης δὲν ἐπέβαλλαν στοὺς ἐγκληματίες καμιὰ ποινή, αὐτοὶ ἀποθρασύνονταν ὁλοένα καὶ περισσότερο. […]

Ἔτσι λοιπὸν ἐξελίσσονταν τὰ πράγματα μὲ τοὺς Βένετους. Ὅσο γιὰ τοὺς ἀντιπάλους τους (σημ.: Πράσινους), ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς προσχώρησαν στὴ δική τους παράταξη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐγκληματοῦν μαζί τους ἐντελῶς ἀτιμώρητα […] Συνέρρεαν ὅμως στὴν ὀργάνωση κι ἄλλοι πολλοὶ νεαροὶ ποὺ ποτὲ πρὶν δὲν εἶχαν δείξει ἐνδιαφέρον γιὰ τέτοιου εἴδους πράγματα· τοὺς παρέσυρε ὅμως ἐκεῖ ἡ ἀσυδοσία τῆς δύναμης καὶ τῆς αὐθάδειας […]. Στὴν ἀρχὴ σκότωναν τοὺς στασιαστὲς τῆς ἀντίπαλης φατρίας, ἀλλὰ προχώρησαν κι ὣς τὸ σημεῖο νὰ σκοτώνουν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς εἶχαν φταίξει σὲ τίποτε. Ὑπῆρχαν καὶ πολλοὶ ποὺ τοὺς δωροδοκοῦσαν κι ὕστερα τοὺς ὑπεδείκνυαν τοὺς προσωπικοὺς ἐχθρούς τους κι ἐκεῖνοι τοὺς σκότωναν εὐθὺς ἀποδίδοντάς τους τὸ ὄνομα τῶν Πράσινων κι ἂς τοὺς ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστοι. 

Καὶ μάλιστα αὐτὰ δὲν γίνονταν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ἀλλὰ σὲ κάθε ὥρα τῆς ἡμέρας, σὲ κάθε μέρος τῆς πόλης, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν πιὸ διακεκριμένων προσώπων γίνονταν οἱ πράξεις αὐτές, ἂν τό ‘φερνε ἡ περίσταση. Καμιὰ ἀνάγκη δὲν εἶχαν νὰ συγκαλύπτουν τὰ ἐγκλήματα, μιᾶς ποὺ καμιὰ τιμωρία δὲν εἶχαν νὰ φοβηθοῦν. Τὸ θεωροῦσαν μάλιστα σὰν ἕνα εἶδος κατόρθωμα κι ἔκαναν ἐπίδειξη δύναμης καὶ ἀνδρισμοῦ καμαρώνοντας ποὺ σκότωναν μ’ ἕνα μόνο χτύπημα ὅποιον ἄνθρωπο βρισκόταν ἄοπλος στὸ δρόμο τους. […] Ἀκόμα κι οἱ ἀποφάσεις τῶν ἀξιωματούχων ἔμοιαζαν νὰ λαμβάνονται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου […] Οἱ δικαστὲς ἐξάλλου, ὅταν ἦταν νὰ ἀποφασίσουν γιὰ κάποια διένεξη, δὲν ἔβγαζαν ἀπόφαση κατὰ τὴν κρίση τους γιὰ τὸ δίκιο καὶ τὸ νόμιμο, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὶς καλὲς ἢ τὶς κακὲς σχέσεις ποὺ εἶχε ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς ἀντιδίκους μὲ τοὺς στασιαστές. Ὁ δικαστὴς ποὺ τυχὸν θὰ παρέβλεπε τὶς δικές τους ἐντολὲς ἤξερε ὅτι τὸν περίμενε ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ δανειστὲς ἐκβιάστηκαν σκληρὰ νὰ δώσουν πίσω τὰ γραμμάτια στοὺς πιστωτές τους χωρὶς νὰ πάρουν πίσω τίποτε ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ εἶχαν δανείσει…

 

Προκόπιος, Ἀπόκρυφη ἱστορία, 7. Ἀπόδοση Ἀλόη Σιδέρη.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Τὸ δικαίωμα τῆς ἀνυπακοῆς στὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα

Πηγή: wikipedia commons

 

Τὸ 912 (μετὰ τὸ Μάιο), ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Μυστικὸς γράφει στὸν πάπα Ἀναστάσιο Β΄ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς τετραγαμίας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντα Στ΄. Ὡστόσο, σὲ κάποιο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς ἀναφέρεται σὲ εὐρύτερα ζητήματα, ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὰ ὅρια τῆς γενικότερης ὑπακοῆς τῶν ὑπήκοων στὸν αὐτοκράτορα κι ὄχι σὲ σχέση μὲ τὰ ὁριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες γιὰ τὸ γάμο. Πρέπει νὰ ὑπακοῦμε στὸν αὐτοκράτορα μόνο ἐφόσον αὐτὸς προάγει τὸ γενικὸ καλό, ὑποστηρίζει ὁ Νικόλαος. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ἔχει ἑρμηνευθεῖ ὡς δικαιολόγηση γιὰ τὸ «νόμιμο δικαίωμα τῆς ἐπανάστασης» κατὰ τοῦ αὐτοκράτορα. Περισσότερο φαίνεται ὡς δικαιολόγηση τοῦ δικαιώματος στὴν πολιτικὴ ἀνυπακοή. Ὡστόσο, τὰ ὅρια μεταξὺ ἀνυπακοῆς καὶ ἐξέγερσης πρακτικὰ ἦταν κάπως συγκεχυμένα κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Μπορεῖ ἡ θεωρία τοῦ πατριάρχη νὰ προτείνει τὴν ἀνυπακοὴ ἕως καὶ τὴ θανάτωση ἀπὸ τὸν κακὸ αὐτοκράτορα· γιὰ κάποιους, λιγότερο λόγιους, ἡ ἀνυπακοὴ ἀναγκαστικά, δηλαδὴ προκειμένου νὰ μὴν τοὺς ὁδηγήσει στὸ θάνατο, ὁδηγοῦσε στὴν ἐπανάσταση. Ἄλλωστε, ὁ «ἀπόλυτος μονάρχης» Ἰουστινιανός, ἐνσωμάτωσε ἕνα προγενέστερο νόμο τοῦ 429 (Ἰουστινιανὸς Κώδικας 1.14.4), ποὺ λέει ρητά: «Εἶναι ἄξια τοῦ μεγαλείου ἑνὸς αὐτοκράτορα ἡ ὁμολογία τοῦ ἡγεμόνα ὅτι δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Τόση μεγάλη συνάφεια ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ κύρος μας καὶ στὸ κύρος τῶν νόμων. Κι ἀλήθεια, τὸ νὰ ὑποτάσσεται ἡ ἐξουσία στοὺς νόμους εἶναι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας»· ἡ ἐξουσία τοῦ ἡγεμόνα πηγάζει καὶ ἀπὸ τὸ λαό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰουστινιανὸ πάλι (Πανδέκτης 1.4.1), γιατὶ ὁ λαὸς εἶναι ποὺ ἔχει μεταβιβάσει στὸν ἡγεμόνα ὅλη τὴν ἐξουσία καὶ ἰσχύ (populus ei et in eum omne suum imperium et potestatem conferat).

Νά τί γράφει ὅμως ὁ πατριάρχης Νικόλαος τὸν 10ο αἰώνα:

Ἡ βασιλεία εἶναι πράγματι ἕνα μεγάλο πράγμα, καὶ εἶναι σωστὸ νὰ ὑπακοῦμε στοὺς βασιλεῖς, καὶ νὰ μὴν ἀντιστεκόμαστε στὶς ἀποφάσεις τους.  Ἀλλὰ μόνο σὲ ἐκεῖνες τὶς ἀποφάσεις ποὺ ἐπιδεικνύουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος. Μᾶς προστάζει (ὁ βασιλέας) νὰ πράξουμε δίκαια; Αὐτὲς εἶναι ἀληθινὰ βασιλικὲς διαταγές, καὶ σ’ αὐτὲς δὲν πρέπει νὰ φέρνουμε ἀντίρρηση. Κελεύει ὁ βασιλιὰς νὰ πάρουμε τὰ ὅπλα κατὰ τῶν ἐχθρῶν; Ἀποφασίζει ὅτι ἐμεῖς πρέπει νὰ συνεισφέρουμε κάτι γιὰ τὴν κοινὴ ὠφέλεια; Πρέπει τότε νὰ ὑπακούσουμε τὴν ἀπόφασή του μὲ προθυμία. Μᾶς προστάζει νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ φέρει δύναμη καὶ τιμὴ στὴν ἐξουσία του καὶ στοὺς ὑπηκόους του; Πρέπει νὰ ἐκτελέσουμε γρήγορα τὴν προσταγή του. Αὐτὰ εἶναι τὰ καθήκοντα τοὺ βασιλέα, καὶ εἶναι ἀναγκαῖο, εἶναι μᾶλλον ἀπαραίτητο, νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀκοῦμε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐὰν μᾶς προστάξει (αὐτὰ τοῦ προτείνει ὁ διάβολος) νὰ ἀσεβήσουμε πρὸς τὸ Θεό; Αὐτὸ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ βασιλικὸ οὔτε πρέπει νὰ ὑπακούσουμε, ἀλλὰ νὰ δοῦμε τὴν προσταγὴ ὡς ἀσεβὴ καὶ προερχόμενη ἀπὸ ἀσεβὴ ἄνδρα. Ἂν μᾶς κελεύσει νὰ συκοφαντήσουμε, νὰ φονεύσουμε ἕναν ἄλλον μὲ δόλο, νὰ διαφθείρουμε τὸ γάμο τρίτου, ἢ νὰ ἁρπάξουμε ἀδικαιολόγητα τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἄλλου; Ἀλλὰ οὔτε αὐτὰ εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὰ ἔργα ἑνὸς λωποδύτη, κι ἑνὸς συκοφάντη, κι ἑνὸς μοιχοῦ, ἑνὸς ἅρπαγα. Κι ἂν ἀγαποῦμε τὸν Θεό, καὶ τιμοῦμε τὸ θεῖον καὶ τὴν ἐπίγεια βασιλεία ποὺ αὐτὸς μᾶς ἔδωσε, δὲν θὰ ὑπακούσουμε σὲ αὐτὲς τὶς μιαρὲς ἐντολές, ἀλλὰ θὰ προτιμήσουμε νὰ χάσουμε τὴ ζωή μας παρὰ νὰ ὑπηρετήσουμε αὐτὸν ποὺ μᾶς προστάζει ὅλα αὐτά. Κι ὅμως –ἀλίμονο γιὰ τὴν ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ χειρότερο– οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι θέλουν νὰ εἶναι ὑπηρέτες τῆς κακίας.

Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ ἀρχόμενος θὰ δεῖ φυσιολογικὰ στὸν ἄρχοντά του ἕνα πρότυπο; Τί ἐννοῶ; Ἀκόμη κι ὅπου ὁ ἄρχοντας ζεῖ μὲ κάθε κοσμιότητα, ὁ ὑπήκοος ἔχει τὴν τάση αυτὴ νὰ κάνει τὸ ἀντίθετο, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης προδιάθεσης πρὸς τὸ ποταπὸ καὶ τὸ ὑλικό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τίθενται οἱ νόμοι, γιατὶ τὸ παράδειγμα ἑνὸς καλοῦ ἄρχοντα δὲν εἶναι ἱκανὸ νὰ κάνει καλύτερους τοὺς ἀνθρώπους, κι ἔτσι ἀπὸ τὸ φόβο τῶν νόμων νὰ συγκρατηθοῦν ἀπὸ τὴν κακὴ προαίρεσή τους, καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ καλὸ ἀκούσια. Ὁ Θεὸς φέρνει κάποιον στὴν ἐξουσία, βασιλικὴ καὶ ἄλλη, ὄχι μὲ σκοπὸ ὁ ἄρχοντας, δεδομένου ὅτι ἔχει δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, αὐτοεξευτελιστεῖ καὶ ἀτιμάσει Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος τῶν δόξασε, οὔτε προκειμένου νὰ καταδείξει ὅτι ἡ θεία κρίση ἔσφαλε διαλέγοντάς τον, ἀλλὰ προκειμένου, διὰ μέσου τῆς δικῆς του ἀρετῆς, νὰ δειχθεῖ ἄξιος τῆς θείας κρίσης, ὥστε νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ καὶ νὰ δοξαστεῖ ὁ Θεός, καὶ ὁ ἴδιος (νὰ δοξαστεῖ) περισσότερο. Κι ἂν κάποιος, ἐπειδὴ ἔλαβε περισσότερη τιμὴ ἀπὸ τιμὴ ἐκ Θεοῦ, νομίσει ὅτι γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ἔχει περισσότερη ἐξουσία νὰ καταφρονήσει τὴν τιμὴ τῶν θεϊκῶν νόμων, ἀσυναίσθητα γίνεται ὅπως ἐκεῖνα τὰ κτήνη ποὺ γίνονται ἀγριότερα ἀπὸ τὴν πολλὴ τροφή. Εἶναι κακό, εἶναι ἡ πιὸ κακὴ ἄποψη τὸ νὰ πεῖς «Ἐπειδὴ εἶναι αὐτοκράτορας» τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἁμαρτήσει μὲ τρόπο τὸν ὁποῖο δὲν θὰ κανεὶς δὲν θὰ ἐπέτρεπε στοὺς ὑπηκόους του. «Οἱ ἄρχοντες θὰ κριθοῦν μὲ αὐστηρότητα» (Σοφία Σολομώντος 6.6.), λέει ὁ λόγος τῶν σοφῶν. Κι ἂν εἶναι ἔτσι, ποῦ βρίσκεται χῶρος γιὰ ἀνοχὴ ἐκ μέρους μας; Ἐὰν ἕνας στρατιώτης καὶ ὁ στρατηγός του σφάλουν τὸ ἴδιο, ἐγώ, ἀπὸ τὴ μεριά μου, δὲν θεωρῶ σωστὸ νὰ ἐφαρμοστεῖ ἡ ἴδια τιμωρία καὶ γιὰ τοὺς δύο. Ὁ στρατηγὸς θὰ τιμωρηθεῖ ἀνάλογα μὲ τὸ μέτρο τῆς τιμῆς ποὺ λαμβάνει, καὶ ὁ στρατιώτης ἀνάλογα μὲ τὸ μέτρο τοῦ βαθμοῦ του. Ὁ ναύτης κι ὁ καπετάνιος, ἢ ἂν θὲς ὁ κύριος καὶ ὁ ὑπηρέτης, ἐὰν ὑποπέσουν στὸ ἴδιο παράπτωμα, δὲν θὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἴδια καταδίκη…

 

Ἐπιστολή 32.309-354, τῷ τὰ πάντα ἁγιωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Νικόλαος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως περὶ τῆς παραλόγως δεχθείσης τετραγαμίας παρὰ Ῥωμαίοις, ἔκδ. R. Jenkins – L. Westerink, Nicholas I Patriarch of Constantinople Letters [CFHB 6], Dumbarton Oaks, Washington D.C. 1973.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Πῶς νὰ καταργήσεις τὶς μονομαχίες

Πηγή: John Foxe, Actes and Monuments of these Latter and Perillous Days, Touching Matters of the Church (1563)

 

Οἱ μονομαχίες ἦταν ἐξαιρετικὰ δημοφιλεῖς σὲ ὅλους τοὺς Ρωμαίους. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰ., ὁ Κωνσταντίνος προσπάθησε νὰ τὶς περιορίσει. Ὑπάρχουν δύο ἀναφορὲς γιὰ τὴν προσπάθειά του αὐτή. Ἡ πρώτη βρίσκεται στὸν Θεοδοσιανὸ Κώδικα 15.12.1 τῆς 1-10-325, καὶ ὁ ἴδιος νόμος (διάταγμα, στὴν πραγματικότητα) ἐπαναλαμβάνεται σὲ συντομία στὸν Ἰουστινιάνειο Κώδικα, 11.44.1. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἀφοροῦσε ὅσους εἶχαν καταδικαστεῖ γιὰ κάποιο ἔγκλημα (τοὺς damnati), καὶ κατέληγαν -στὰ πλαίσια τῆς ποινῆς τους- νὰ ἀγωνίζονται ὡς μονομάχοι (damnatio ad ludum). Μὲ βάση αὐτὸ τὸ νόμο, οἱ ἐλεύθεροι πολίτες ποὺ καταδικάζονταν γιὰ κάποιο πράγμα  στὸ ἑξῆς δὲν θὰ ρίχονταν στὴν ἀρένα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν (συχνά, ὄντας  ἀπειροπόλεμοι), μέχρι θανάτου, κάποιον ἀντίπαλο. Μονομάχοι ὡστόσο, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐγκληματίες, γίνονταν ἐπίσης εἴτε οἱ σκλάβοι εἴτε ἐλεύθεροι ποὺ ἀγωνίζονταν ὡς ἐπαγγελματίες μονομάχοι, γιὰ ἀμοιβή. Γι' αὐτοὺς δὲν γίνεται μνεία. Στὸ νόμο, πάντως, ὁ Κωνσταντίνος λέει ρητὰ ὅτι τὰ αἱματηρὰ θεάματα δὲν τὸν εὐχαριστοῦν οὔτε δημόσια οὔτε ἰδιωτικά. Ὡστόσο, ἡ πολιτικὴ δὲν ἦταν συνεπής, ἀφοῦ σὲ γράμμα του τὸ 336 ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας ἐπιτρέπει στὴν πόλη τοῦ Hispellum (κεντρικὴ Ἰταλία) νὰ διοργανώνει ἀγῶνες μονομαχίας.


Ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ ἕνας αὐτοκράτορας, μπορεῖ ἕνας μοναχός:


Ὀνώριος μὲν γὰρ ὁ τῆς Εὐρώπης τὴν βασιλείαν δεξάμενος τὰς ἐν Ῥώμῃ πάλαι γιγνόμενας μονομαχίας κατέλυσεν, ἀφορμὴν τοιάνδε λαβών. Τηλεμάχιός τις ἦν τὸν ἀσκητικον ἀσπαζόμενος βίον, οὖτος ἀπὸ τῆς Ἑῴας ἀπάρας καὶ τούτου χάριν τὴν Ῥώμην καταλαβών, τῆς μυσαρᾶς ἐκείνης ἐπιτελουμένης θέας εἰσελήλυθε καὶ αὐτὸς εἰς τὸ στάδιον, καὶ καταβὰς παύειν ἐπειρᾶτο τοὺς κατ’ ἀλλήλων κεχρημένους τοῖς ὅπλοις. Τὴς δὲ μιαιφονίας οἱ θεαταὶ χαλεπήναντες καὶ τοῦ τοῖς αἵμασιν ἐκείνοις ἐπιτερπομένου δαίμονος εἰσδεξάμενοι τὴν βακχείαν, κατέλευσαν τῆς εἰρήνης τὸν πρύτανιν. Τοῦτο μαθὼν ὁ θαυμαστὸς βασιλεὺς τὸν μὲν τοῖς νικηφόροις συνηρίθμησε μάρτυσι, τὴν δὲν πονηρὰν ἐκείνην ἔπαυσε θεωρίαν.

 δηλαδή:

Ὁ Ὁνώριος, ποὺ κληρονόμησε τὸ τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας στὴν Εὐρώπη, σταμάτησε τὶς μονομαχίες ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ γίνονταν στὴ Ρώμη. Ἡ ἀφορμὴ γι' αὐτὸ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀκόλουθη κατάσταση. Κάποιος μὲ τὸ ὄνομα Τηλέμαχος εἶχε γίνει μοναχός. Ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ πῆγε στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ, ὅταν τὸ μυσαρὸ θέαμα λάμβανε χώρα, εἰσῆλθε κι αὐτὸς στὸ στάδιο καί, μπαίνοντας στὴν ἀρένα, προσπάθησε νὰ σταματήσει τοὺς ἄνδρες ποὺ μάχονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Οἱ θεατὲς ἀγανάκτησαν καί, ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὴν τρέλλα τοῦ δαίμονα ποὺ εὐχαριστεῖται μὲ τέτοιες αἱματηρὲς πράξεις, λιθοβόλησαν τὸν εἰρηνοποιὸ μέχρι θανάτου. Αὐτὸ μαθαίνοντας ὁ θαυμαστὸς βασιλεύς, τερμάτισε τὸ κακὸ αὐτὸ θέαμα.


Θεοδώρητος, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, 327.21-328.10 (5.26).

 

Ἦταν 1 Ἰανουαρίου 404.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Δυὸ βίντεο

 Δὲν συνηθίζω νὰ ἀναρτῶ βίντεο, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο παρατιθέμενα εἶναι ἐνδιαφέροντα.

 





Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Ἐνάντια στὸ πλῆθος τῶν ἀδίκων: Κεκαυμένος

 Ἄν κάποιος κατηγορήθηκε ἄδικα καὶ

ἂν φτάσει στὰ αὐτιά σου, μὴ σιωπήσεις, ἀλλὰ νὰ τὸν ὑπερασπιστεῖς καὶ νὰ τοῦ δώσεις χείρα βοηθείας καὶ νὰ ἐμποδίσεις ὅσο πιὸ γρήγορα μπορεῖς τὸ κακό, πρῶτα παρακαλώντας τὸ δικαστὴ κι ἔπειτα τὸν κατήγορο. Κι ἂν τοὺς παρακαλέσεις πολλὲς φορὲς καὶ δεῖς ὅτι δὲν ἀλλάζουν μὲ τίποτα καὶ εἶναι ἄκαμπτοι στὴν παράκλησή σου, τότε, ἂν μπορεῖς, βάλε τὶς φωνές, κατηγόρησέ τους μπροστὰ σ' ὅλους. Ξέρω πὼς μερικοὶ ἀδαεῖς καὶ ἀμαθεῖς θὰ σὲ κατηγορήσουν ἄπρεπα καὶ θὰ σὲ κοροϊδέψουν καὶ θὰ σ' ἀποκαλέσουν φαφλατᾶ, λέγοντας: “Τί σὲ νοιάζει γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ γίνεται σ' αὐτόν, ἀφοῦ σ' ἐσένα ἐμεῖς δὲν κάνουμε καμιὰ ἀδικία;” Ὅμως νὰ μὴν παρεκκλίνεις ἀπ' αὐτὴ τὴν καλὴ κι εὐσεβὴ πράξη καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψεις, φοβούμενος τὶς βρισιὲς καὶ τὶς κοροϊδίες τους, νὰ βασανίζεται ἀπ' αὐτοὺς ἐκεῖνος ποὺ κατηγορεῖται ἄδικα. Ξέρω καλὰ ὅτι κι οἱ ἴδιοι θὰ σὲ ντραποῦν, βλέποντάς σε νὰ ὑπερασπίζεσαι ὁλόψυχα τὸ δίκαιο καὶ νὰ ἐμποδίζεις τὴν ἀδικία. Κι ἂν σὲ ἀπειλοῦν, νὰ μὴ δειλιάσεις, ἀλλὰ νὰ ἔχεις θράρρος ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει καὶ θὰ ἐκπληρώσει τὴν ὁλόψυχη ἐπιθυμία σου καὶ θὰ τὴ δεχτεῖ ἀκόμη πιὸ γρήγορα. Μόνο ἡ ἐπιθυμία σου νὰ εἶναι ὑπεράνω ὑπερηφανείας καὶ κενοδοξίας, καὶ πέρα ἀπὸ αἰσχροκέρδεια. Καὶ νὰ μὴ θεωρεῖς ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ταράζεσαι καὶ νὰ μπαίνεις σὲ μπελάδες καὶ ν' ἀνακατεύεσαι στὶς ξένες στενοχώριες, ἐφόσον σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς εὐγλωττία καὶ σ' ἔκανε ἱκανὸ νὰ ὑπερασπίζεσαι τοὺς ἄλλους· κι οὔτε νὰ ἀκυρώσεις τὴν ἱκανότητα ποὺ σοῦ χάρισε ὁ οὐράνιος δότης ἢ νὰ τὴν ἀφήσεις ἄχρηστη κι ἀνεκμετάλλευτη. [...]

Κι ἂν οἱ κατήγοροι εἶναι πλῆθος κι ἐσὺ ἔχεις δικαστικὴ ἐξουσία, ἐξέτασε λεπτομερῶς. Κι ἂν διαπιστώσεις ὅτι τὸ πλῆθος ἔχει δίκιο, βγάλε ἀπόφαση μὲ φιλανθρωπία· ἂν ὅμως τὸ πλῆθος κινήθηκε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ἐπιβουλὴ καὶ ἀπὸ φθόνο, κινήσου σοφὰ καὶ ἀθώωσε τὸν κατηγορούμενο καὶ θὰ εἶσαι στόμα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου γι' αὐτόν. Νὰ φοβᾶσαι πιὸ πολὺ τὸ Θεὸ παρὰ τοὺς ἀνθρώπους κι ἔτσι θὰ σὲ σέβονται περισσότερο οἱ αὐθάδεις. Ὡστόσο ἡ τόλμη σου νὰ μὴν εἶναι παράλογη, ἀλλὰ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ ἀγάπη Θεοῦ. [...] Ἂν ὅμως εἶσαι σὲ μιὰ μεσαία τάξη καὶ δὲν μπορεῖς νὰ δείξεις τόλμη οὔτε νὰ τοῦ δώσεις ὅσα χρειάζεται, κάνει ὅ,τι μπορεῖς: δῶσε τὸ κατὰ δύναμη, βοήθησε στὶς ἀτυχίες, παρηγόρησε. Κι ἂν εἶσαι ἀπὸ τοὺς ἐντελῶς κατώτερους, πράγμα ποὺ ἀπεύχομαι, σπλαχνίσου, συμπόνεσε, κλάψε, θλίψου.

Κεκαυμένος, Στρατηγικόν, Α.1-2. Μετάφραση, Δημήτρης Τσουγκαράκης.

Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

Δὲν εἶναι καιρὸς γιὰ ὅρκους ἀλλὰ γιὰ φόνους

Ὅταν ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὸ Ἀμόριο καταγγέλθηκε γιὰ τὴ στάση του ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντα τοῦ Ἀρμένιου, καὶ ὁμολόγησε ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ,

ἀποφασίστηκε νὰ θανατωθεῖ στὴν πυρὰ καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὸν κλίβανο τοῦ ἀνακτορικοῦ λουτροῦ, καὶ μάλιστα νὰ παρακολουθεῖ τὴ σκηνὴ καὶ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς. Ἔτσι, πῆρε δεμένος τὸν δρόμο γιὰ τὸν θάνατο, ἐνῶ ἀκολουθοῦσε ὁ βασιλιὰς ποὺ ἤθελε νὰ δεῖ τὴ σκηνή.

Ὅμως, ἡ ἡμέρα τῆς ἐκτέλεσης ἦταν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 820, καὶ ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδοσία τοῦ εἶπε ὅτι μὲ αὐτὰ ποὺ κάνει δὲν σέβεται τέτοια μέρα. Αὐτὸς ἄλλαξε γνώμη καὶ ἀποφάσισε νὰ χαρίσει τὴ ζωὴ στὸ Μιχαήλ. Διέταξε ὅμως νὰ τὸν ἁλυσοδέσουν στὰ πόδια.

Ὁ Μιχαὴλ ζήτησε νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς ἁμαρτίες του σὲ κάποιον Θεόκτιστο, πράγμα ποὺ τοῦ ἐπετράπη. Στὴν πραγματικότητα, τὸν ἔβαλε νὰ φοβερίσει τοὺς συνεργάτες του στὴ συνωμοσία, ὅτι θὰ τοὺς πρόδιδε στὸν Λέοντα. Αὐτοὶ τρομοκρατημένοι, μεταμφιέστηκαν σὲ κληρικοὺς καὶ μπῆκαν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς στὸ παλάτι γιὰ νὰ τελέσουν στὴν ἐκκλησία τὴ λειτουργία τῶν Χριστουγέννων.

Ἔχοντας πάνω τους κρυμμένα μαχαίρια, χώθηκαν σὲ κάποιο σκοτεινὸ σημεῖο τῆς ἐκκλησίας καὶ περίμεναν τὸ σύνθημα. Ὅταν κόντευε νὰ τελειώσει ἡ λειτουργία -ὁ βασιλιὰς ἦταν ἤδη ἐκεῖ καὶ μὲ τὴ δυνατὴ φωνή του ἔψελνε ὅπως συνήθως τὸ “τῷ παντάνακτος ἐξεφαύλισαν πόθῳ”- τότε οἱ συνωμότες ὅρμησαν μεμιᾶς. Ἀπέτυχαν ὅμως στὴν πρώτη τους ἐπίθεση· ξεγελάστηκαν ἀπὸ τὸν ἐπικεφαλῆς τῶν κληρικῶν εἴτε ἐξαιτίας τῆς σωματικῆς του ὁμοιότητας μὲ τὸν αὐτοκράτορα εἴτε ἐξαιτίας τοῦ ἴδιου καλύμματος ποὺ φοροῦσαν στὸ κεφάλι. Γιατὶ ἦταν χειμώνας κι ἔκανε κρύο καὶ ἀντιμετώπιζαν τὴν παγωνιὰ ντυμένοι βαριὰ καὶ μὲ τὰ κεφάλια σκεπασμένα μὲ πολὺ μυτερὰ καπέλα. Ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ κλήρου πάντως ἀπομάκρυνε τὸν κίνδυνο βγάζοντας τὸ καπέλο του καὶ σιγουρεύοντας τὴ σωτηρία του μὲ τὴ φαλάκρα του. Στὸ μεταξὺ ὁ βασιλιὰς κατάλαβε τὸ κακόβουλο σχέδιο, μπῆκε στὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ κι ἁρπάζοντας τὴν ἁλυσίδα τοῦ θυμιατοῦ ἤ, ὅπως λένε ἄλλοι, ἕναν σταυρὸ ἀπέκρουε τὰ χτυπήματα. Οἱ συνωμότες ὅμως ὁρμοῦσαν ὅλοι μαζὶ κι ὄχι ἕνας ἕνας, καὶ χτυπώντας τον ἄλλος στὸ κεφάλι, ἄλλος στὰ σωθικὰ κι ἄλλος σ' ἄλλο σημεῖο τοῦ σώματος τοῦ προκαλοῦσαν βαριὰ τραύματα. Γιὰ κάποιο διάστημα ἄντεξε ἀποκρούοντας τὰ χτυπήματα τῶν σπαθιῶν μὲ τὸν θεῖο σταυρό· αὐτοὶ ὅμως τὸν χτυποῦσαν ἀπὸ παντοῦ σὰν νὰ ἦταν θηρίο. Ἔτσι, ἐξαντλημένος ἀπὸ τὶς πληγές, ὅταν εἶδε ἕναν πελώριο ἄνδρα ποὺ ἦταν ἕτοιμος νὰ τοῦ δώσει τὸ τελειωτικὸ χτύπημα, τὸν ἐξόρκισε στὸ ὄνομα τῆς θείας χάρης τοῦ ναοῦ καὶ τὸν ἱκέτευε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Ὁ γενναῖος αὐτὸς ἄνδρας καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τῶν Κραμβωνιτῶν. Εἶπε στὸν Λέοντα: “εἶναι καιρὸς γιὰ φόνους κι ὄχι γιὰ ὅρκους”, καὶ τοῦ κατάφερε ἕνα φοβερὸ χτύπημα στὸ χέρι, ποὺ τοῦ τὸ ἔκοψε ἀπὸ τὴν κλείδα καὶ μαζὶ ἔκοψε καὶ τὴν κεραία τοῦ σταυροῦ. Ὅταν ἀποκαμωμένος πιὰ ἀπὸ τὰ χτυπήματα ἔπεσε στὰ γόνατα, κάποιος τοῦ ἔκοψε καὶ τὸ κεφάλι.

Ὁ περίβολος τοῦ παλατιοῦ ἦταν περιτριγυρισμένος ἀπὸ ἔνοπλους τοῦ Μιχαήλ. Κατόπιν,

Πῆραν ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ τὴ σύζυγο τοῦ Λέοντα μαζὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, τὸν Συμβάτιο, ποὺ κατὰ τὴν ἀνάρρησή του εἶχε μετονομαστεῖ Κωνσταντίνος, τὸν Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν Θεοδόσιο, τοὺς ἔβαλαν σ' ἕνα πλοιάριο καὶ τοὺς πῆγαν στὴ νῆσο Πρώτη. Ἐκεῖ, ἀφοῦ τοὺς εὐνούχισαν ὅλους, ὁ Θεοδόσιος πέθανε καὶ τάφηκε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του. Στὸ μεταξύ, ὁ Μιχαὴλ ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴ φύλαξη τοῦ παπία καὶ μὲ τὰ πόδια ἀκόμη ἁλυσοδεμένα, ἀφοῦ τὰ κλειδιὰ τὰ εἶχε κρύψει ὁ Λέων στὸν κόλπο του, κάθισε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ἔτσι ὅπως ἦταν, μὲ τὶς ἁλυσίδες, καὶ ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στὰ ἀνάκτορα τὸν ἀνακήρυξαν βασιλιὰ καὶ τὸν προσκύνησαν.

Μετάφραση Εὔδοξος Τσολάκης.