Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίγυπτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίγυπτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021

Οἱ καταστροφεῖς τῆς Ἀλεξάνδρειας: Βεσπασιανός, Καρακάλλας, Αὐρηλιανός, Διοκλητιανός

Ὁ τρίτος αἰῶνας δὲν ἦταν καὶ τόσο καλὸς γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Σὲ διάστημα μικρότερο τοῦ ἑνὸς αἰώνα, τρεῖς Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες γιὰ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον λόγο κατέστρεψαν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο τὴν μεγαλύτερη ἑλληνικὴ πόλη τῆς Ἀρχαιότητας, χωρὶς λύπηση γιὰ τὴ φήμη της ὡς κέντρου τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν ἢ γιὰ τὴν ἱστορία της.

 

Ἡ σφαγὴ τῶν Ἀλεξανδρινῶν τὸ 215 ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Καρακάλλα (211-217) μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Ἡρωδιανό, τὸν Δίωνα Κάσσιο καὶ τὴν Historia Augusta.

Ἡ περιγραφὴ τοῦ Ἡρωδιανοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς.

...ἔφυγε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια προφασιζόμενος ὅτι ἤθελε νὰ δεῖ τὴν πόλη ποὺ χτίστηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀλέξανδρου καὶ νὰ θυσιάσει στὸν θεὸ ποὺ λατρεύεται ἐκεῖ ξεχωριστά. Διέταξε λοιπὸν νὰ ἑτοιμάσουν ἑκατόμβες γιὰ τὶς θυσίες καὶ γιὰ κάθε εἴδους καθαρμούς. Μόλις τὰ νέα ἔφτασαν ἐκεῖ, οἱ Ἀλεξανδρινοί, ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ φύση τους ἐπιπόλαιοι ποὺ εὔκολα καὶ μὲ τὸ παραμικρὸ ξεσηκώνονται, ἐνθουσιάστηκαν μαθαίνοντας γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορα. Ἄρχισαν λοιπὸν νὰ τοῦ ἑτοιμάζουν ὑποδοχὴ ποὺ ὅμοιά της, ἔλεγαν, δὲν εἶχε γίνει ποτὲ σὲ κανέναν αὐτοκράτορα. Γέμισαν τὸν τόπο μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ μουσικὰ ὄργανα ποὺ ἔβγαζαν μεγάλη ποικιλία ἤχων· σύννεφο ἀπὸ θυμιάματα καὶ κάθ ελογῆς μυρωδικὰ σκόρπιζαν εὐωδιὰ στὶς εἰσόδους τῆς πόλης· λαμπαδηδρομίες καὶ βροχὴ λουλουδιῶν ἑτοιμάστηκαν πρὸς τιμὴν τοῦ αὐτοκράτορα. Ὅταν ὁ Ἀντωνίνος μπῆκε στὴν πόλη μαζὶ μὲ ὅλο τὸν στρατό, ἀνέβηκε πρῶτα στὸν ναὸ ὅπου θυσίασε ἀμέτρητα ζῶα καὶ ἄφησε σωροὺς λιβάνι στοὺς βωμούς. Ἀπὸ ἐκεῖ κατευθύνθηκε πρὸς τὸν τάφο τοῦ Ἀλέξανδρου. Ἔβγαλε τὴν πορφυρὴ χλαμύδα ποὺ φοροῦσε, τὰ δαχτυλίδια του μὲ τοὺς πολύτιμους λίθους, τὴ ζώνη καὶ ὅ,τι ἄλλο πολυτελὲς εἶχε πάνω του καὶ τὰ ἀπόθεσε στὸ μνῆμα. 

Βλέποντας αὐτὰ ὁ λαὸς πῆρε μεγάλη χαρὰ καὶ ὀργάνωσε ὁλονύχτιες γιορτές, χωρὶς νὰ ξέρει τὶς κρυφὲς σκέψεις τοῦ αὐτοκράτορα. Διότι αὐτὸς σὲ ὅλα τὰ παραπάνω ὑποκρινόταν, καθὼς τὸ σχέδιό του ἦταν νὰ ἐξοντώσει ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ ἐκείνους. Τὸ κρυφὸ μίσος του εἶχε τὴν ἑξῆς αἰτία. Ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴ Ρώμη, ἐνόσω ὁ ἀδελφός του ζοῦσε ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ δολοφονία του, τὸν πληροφόρησαν ὅτι οἱ Ἀλεξανδρινοὶ τὸν εἶχαν διακωμωδήσει μὲ σκληρὸ τρόπο. Αὐτοί, φύσεις, θά 'λεγε κανείς, παιγνιώδεις μὲ κλίση στὰ καυστικὰ ἀστεῖα και τὶς γελοιογραφίες, συνήθιζαν νὰ ἐκτοξεύουν πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς ἐξουσίας πολλά, ποὺ στοὺς ἴδιους μὲν φαίνονται πνευματώδη, γιὰ ἐκείνους ὅμως ποὺ τὰ ὑφίστανται εἶναι ἐνοχλητικά. Τὰ πιὸ ἐρεθιστικὰ βέβαια εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀποκαλύπτουν στ' ἀλήθεια τὶς παλιοδουλειὲς κάποιου. Πολλὰ ἀπὸ τᾶ σκώμματα σὲ βάρος τοῦ Ἀντωνίνου ἀφοροῦσαν τὴ δολοφονία τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τὴν ἡλικιωμένη μητέρα του, τὴν ὁποία ἀποκαλοῦσαν Ἰοκάστη, ἐνῶ κορόιδευαν καὶ τὸν ἴδιο πού, ὄντας ἕνας μικροκαμωμένος ἄνθρωπος, ἤθελε νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὸν Ἀχιλλέα, ἄνδρες δυνατοὺς καὶ σωματώδεις. Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἀπὸ τὴ μεριά τους ὅλα τοῦτα τὰ θεωροῦσαν παιχνίδια, ὁ Ἀντωνίνος ὅμως, φύση ὀργίλη καὶ δολοφονική, ὁδηγήθηκε σὲ σκέψεις ὀλέθριες καὶ καταστροφικὲς γιὰ ἐκείνους. 

Ἔτσι, ἀφοῦ πῆρε μέρος στὶς γιορτὲς καὶ τὶς πανηγυρικές τους ἐκδηλώσεις, ὅταν εἶδε ὅτι ἡ πόλη εἶναι γεμάτη κόσμο, καθὼς εἶχαν συρρεύσει πλήθη ἀπὸ ὅλη τὴ γύρω περιοχή , κάλεσε μὲ ἀνακοίνωσή του ὅλους τοὺς νέους νὰ συγκεντρωθοῦν σὲ ἕνα μεγάλο ἀνοιχτὸ πεδίο, λέγοντας ὅτι θέλει νὰ σχηματίσει μιὰ φάλαγγα πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀλέξανδρου καὶ νὰ τῆς δώσει τὸ ὄνομά του, ὅπως ἀνάλογα εἶχε κάνει μὲ τὴ μακεδονικὴ καὶ τὴ σπαρτιατικὴ φάλαγγα. Διέταξε λοιπὸν τοὺς νεαροὺς νὰ μποῦνε ὅλοι στὴ γραμμή, γιὰ νὰ τοὺς ἐξετάσει ἕναν ἕναν ὁ αὐτοκράτορας καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν ἡ ἡλικία, ἡ σωματικὴ διάπλαση καὶ ἡ φυσική τους κατάσταση εἶναι οι κατάλληλες γιὰ τὸν στρατό. Οἱ νεαροὶ ἔδωσαν ὅλοι τους πίστη στὶς παρακάτω ὑποσχέσεις καὶ θεώρησαν τὰ λόγια τοῦ Ἀντωνίνου εἰλικρινή, ἀφοῦ λίγο πρὶν εἶχε τιμήσει τὴν πόλη τους. Ἔτσι πῆγαν στὴ συγκέντρωση, μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς τους καὶ τ' ἀδέλφια τους, ποὺ μοιράζονταν τὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰσιοδοξία τους. 

Ὁ Ἀντωνίνος πέρασε ἀπὸ μπροστά τους, ὅπως εἶχαν τοποθετηθεῖ σὲ ἀπόσταση ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, στάθηκε σὲ ὅλους καὶ εἶπε στὸν καθένα κι ἀπὸ ἕναν διαφορετικὸ ἔπαινο -ὅταν ξαφνικά, ὅλος ὁ στρατός του, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸς καὶ χωρὶς νὰ κινήσει ὑποψίες, τοὺς περικύκλωσε. Μόλις, περνώντας ἀπ' ὅλη τὴν παράταξη, διαπίστωσε ὅτι εἶχαν πιὰ βρεθεῖ μέσα στὸν κλοιὸ τῶν ὅπλων, σὰν νὰ εἶχαν πιαστεῖ σὲ δίχτυ, ἔφυγε περιστοιχιζόμενος ἀπὸ τοὺς φρουρούς του, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ οἱ στρατιῶτες, μὲ ἕνα σύνθημα, ἐπιτέθηκαν ἀπὸ παντοῦ σὲ ὅλους τοὺς περικυκλωμένους νεαροὺς καὶ σὲ ὅλους ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ γιὰ ἄλλους λόγους. Καθὼς λοιπὸν τοὺης εἶχαν κυκλωμένους ὁλόγυρα καὶ ἔνοπλοι ἀπέναντι σὲ ἄοπλους, τοὺς ἐξόντωσαν ὅλους μὲ κάθε τρόπο φόνου. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες κάποιοι σκότωναν καὶ κάποιοι ἄλλοι πιὸ πέρα ἔσκαβαν μεγάλα χαντάκια ὅπου τραβοῦσαν τοὺς σκοτωμένους καὶ τοὺς πετοῦσαν μέσα, μέχρι ποὺ τὰ γέμισαν μὲ πτώματα. Κι ἀπὸ πάνω ἔριχναν χώματα, ὥσπου γρήγορα σχηματίστηκε ἕνας μεγάλος ὁμαδικὸς τάφος. Μαζὶ μὲ τοὺς νεκροὺς ἔριξαν καὶ πολλοὺς μισοπεθαμένους, ἐνῶ ἔσπρωξαν μέσα κι ἄλλους ποὺ δὲν εἶχαν τραυματιστεῖ. Σκοτώθηκαν ὅμως καὶ πολλοὶ στρατιῶτες, γιατὶ ὅσοι ἀπὸ τὰ θύματα ἦταν ἀκόμα ζωντανοὶ καὶ εἶχαν κάποιες δυνάμεις ἔτσι ὅπως σπρώχνονταν καὶ συμπλέκονταν τοὺς τράβηξαν μαζί τους στὸν τάφο. Τόση ἦταν ἡ ἔκταση τῆς σφαγῆς, ὥστε οἱ ἐκβολὲς τοῦ Νείλου, ποὺ εἶναι μεγάλη περιοχή, καὶ ὅλη ἡ παραλία γύρω ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια βάφτηκαν κόκκινα ἀπὸ τὰ ρυάκια τὸ αἷμα ποὺ διέσχιζαν τὴν πεδιάδα.

Ἡρωδιανός, ἔκδ. Lucarini, 95.16-97.19 (4.8.6-4.9.8). (Μτφ. "Κάκτος".)

 

Ἡ ἐκδοχὴ τοῦ Δίωνα Κάσσιου ἔχει ὡς ἑξῆς:

...Ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἀποκρύβοντας τὴν ὀργή του καὶ παριστάνοντας ὅτι λαχταροῦσε νὰ τοὺς δεῖ. Ἔτσι, ὅταν ἔφτασε στὰ προάστια, ὅπου οἱ ἐξέχοντες πολίτες εἶχαν ἔρθει μαζὶ μὲ διάφορα μυστικὰ καὶ ἱερὰ σύμβουλα, πρῶτα τοὺς χαιρέτησε ἐγκάρδια, καὶ μάλιστα διοργάνωσε συμπόσιο γιὰ τοὺς καλεσμένους του, κι ἔπειτα τοὺς ἐκτέλεσε. Τότε ἀφοῦ παρέταξε ὅλο τὸ στράτευμά του, βάδισε μέσα στὴν πόλη, ἀρχικὰ εἰδοποιώντας ὅλους τοὺς κατοίκους νὰ παραμείνουν στὶς οἰκίες τους, καὶ καταλαμβάνοντας τοὺς δρόμους καθὼς καὶ τὶς στέγες. Καί, γιὰ νὰ παραβλέψουμε τὶς λεπτομέρειες τῶν κακῶν ποὺ ἐπέπεσαν στὴν δυστυχισμένη πόλη, δολοφόνησε τόσους πολλοὺς ποὺ δὲν ἐπιχείρησε νὰ πεῖ τίποτα γιὰ τὸν ἀριθμό τους, ἀλλὰ ἔγραψε στὴ σύγκλητο ὅτι δὲν εἶχε σημασία πόσοι ἢ ποιοὶ εἶχαν πεθάνει, ἀφοῦ ὅλοι ἄξιζαν αὐτὴ τὴν τύχη. Ἀπὸ τὸν πλοῦτο ποὺ ὑπῆρχε στὴν πόλη, μέρος του λεηλατήθηκε καὶ μέρος του καταστράφηκε. Μαζὶ μὲ τοὺς πολίτες ἐξοντώθηκαν ἐπίσης πολλοὶ ξένοι, καὶ ὄχι λίγοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν συνοδέψει τὸν Καρακάλλα σφαγιάστηκαν μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας γιὰ τὴν ταυτότητά τους. Γιατὶ, καθὼς ἡ πόλη ἦταν μεγάλη καὶ οἱ ἄνθρωποι δολοφονοῦνταν ταυτόχρονα σὲ κάθε μέρος της μέρα-νύχτα, ἦταν ἀδύνατον νὰ διακρίνουν κάποιον ὅσο κι ἂν τὸ ἤθελαν. Οἱ ἄνθρωποι χάνονταν σύμφωνα μὲ τὴν τύχη, καὶ τὰ σώματά τους ἀμέσως ρίχνονταν σὲ βαθεῖς λάκκους, ὥστε οἱ ὑπόλοιποι νὰ ἀγνοοῦν τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ. Αὐτὴ ἦταν ἡ μοίρα τῶν ντόπιων. Ὅλοι οἱ ξένοι ἐξαιρέθηκαν, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, καὶ φυσικὰ ὅλη ἡ περιουσία τους λεηλατήθηκε. Ὁ Καρακάλλας ἦταν παρὼν στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σφαγῆς καὶ τῆς λεηλασίας, τόσο κοιτώντας ὅσο καὶ παρεμβαίνοντας, ἀλλὰ κάποιες φορὲς ἔδινε διαταγὲς στοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Σέραπη. Γιατὶ ζοῦσε στὸ ναὸ τοῦ θεοῦ ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ μερόνυχτα τῆς αἱματοχυσίας. Ὁ Καρακάλλας, ἐνῶ σφάγιαζε τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς καὶ κατοικοῦσε στὸ ἱερὸ τέμενος, ἔστειλε μήνυμα στὴ σύγκλητο, ὅτι τελοῦσε τελετὲς καθαρμοῦ, ἐκεῖνες ἀκριβῶς τὶς μέρες κατὰ τὶς ὁποῖες στὴν πραγματικότητα θυσίαζε ἀνθρώπινα ὄντα στὸν ἑαυτό του ὅταν θυσίαζε ζῶα στὸ θεό. Γιατί τὸ ἀναφέρω αὐτὸ ὅμως, ὅταν τόλμησε νὰ ἀφιερώσει στὸ θεὸ (Σέραπη) τὸ σπαθὶ μὲ τὸ ὁποῖο εἶχε σκοτώσει τὸν ἀδελφό του; Μετά, κατάργησε τὰ θεάματα καὶ τὰ δωρεὰν γεύματα τῶν Ἀλεξανδρινῶν, καὶ διέταξε ὅτι ἡ Ἀλεξάνδρεια θὰ πρέπει νὰ διαιρεθεῖ στὰ δύο μὲ ἕνα τεῖχος, τὸ ὁποῖο θὰ φροροῦσαν στρατιῶτες κατὰ διαστήματα, ὥστε οἱ κάτοικοι δὲν θὰ μποροῦν πλέον νὰ βλέπουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

Δίων Κάσσιος, ἔκδ. Dindorf, IV 301-302 (77.22-23).

 

Τὸ 212 ὁ Καρακάλλας κατάργησε διάφορα προνόμια τῶν φιλοσόφων τοῦ Μουσείου τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Πρὸς τοὺς Ἀριστοτελικοὺς φιλοσόφους ἐπεδείκνυε μεγάλο μίσος μὲ κάθε τρόπο, ἔτσι ὥστε ἐπιθύμησε νὰ κάψει ἀκόμη καὶ τὰ βιβλία τους. Πιὸ συγκεκριμένα, στὴν Ἀλεξάνδρεια κατάργησε τὰ δωρεὰν γεύματα ποὺ τοὺς δίνονταν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα προνόμια ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει.

Δίων Κάσσιος, IV.285 (77.7.3).

 

Ἡ περιγραφὴ τῆς Historia Augusta (κειμένου τοῦ 4ου αἰώνα) ἔχει ὡς ἑξῆς:

Τότε πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ ἐκεῖ κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους στὸ Γυμνάσιο καὶ τοὺς προσέβαλε. Ἐπιπλέον, ἔδωσε διαταγὲς ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν τὰ φυσικὰ προσόντα ἔπρεπε νὰ καταταγοῦν στὸ στρατό. Ἀλλὰ ἐκείνους τοὺς ὁποίους κατέταξε, τοὺς ἐκτέλεσε. Ἐπιπλέον, ἔδωσε διαταγὴ στοὺς στρατιῶτες του νὰ σφάξουν τοὺς καλεσμένους τους (hospites), πράγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη σφαγὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια.

Historia Augusta, ἔκδ. Hohl, 187.29-188.6 (13.6.2-3)).

 

αὐτοκράτορας Αὐρηλιανὸς (270-275) κατέστρεψε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἐξέγερσης.

Ἐπὶ Αὐρηλιανοῦ, οἱ καβγάδες τῶν κατοίκων της γύρισαν σὲ θανάσιμη διαμάχη. Τότε τὰ τείχη της καταστράφηκαν, καὶ ἔχασε τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς περιοχῆς ποὺ καλεῖται Βρουχεῖο, τὸ ὁποῖο γιὰ πολὺ καιρὸ ἦταν τὸ ἐνδιαίτημα διαπρεπῶν ἀνδρῶν.

Ammianus Marcellinus, ἔκδ. Seyfarth, I 291.13-16 (22.16.15)

 

αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς (284-305) ἀφοῦ πολιόρκησε τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν ἔκαψε. Ἐπίσης ἔκαψε βιβλία ἀλχημείας.

Ἰωάννης Μαλάλας, ἔκδ. Thurn, 237.32-238.47 (12.41):

Τότε οἱ Αἰγύπτιοι ἐπαναστάτησαν καὶ φόνευσαν τοὺς ἄρχοντές τους. Ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς ἐκστράτευσε ἐναντίον τους καὶ ἐπιτέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὴ Μεγάλη. Τὴν πολιόρκησε, ἔσκαψε τάφρους καὶ ἔκοψε καὶ ἄλλαξε πορεία στὸν ἀγωγὸ νεροῦ ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὸν Κάνωπο. Κυρίευσε τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν ἔκαψε. Ἔκανε τὴν εἴσοδό του στὴν πόλη πάνω σὲ ἕνα ἄλογο ποὺ παραπατοῦσε πάνω στὰ πτώματα. Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸν στρατό του νὰ μὴ σταματήσει τὴ σφαγὴ προτοῦ τὸ αἷμα τῶν σκοτωμένων φτάσει στὰ γόνατα τοῦ ἀλόγου τὸ ὁποῖο ἵππευε. Κοντά στὴν πύλη ἀπ' ὅπου εἰσῆλθε, τὸ ἄλογο τοῦ αὐτοκράτορα πάτησε σὲ ἕνα πτῶμα ἀνθρώπου καὶ σκόνταψε γονατίζοντας ἔτσι ὥστε τὸ γόνατό του βάφτηκε κόκκινο. Ὁ αὐτοκράτορας τὸ παρατήρησε καὶ ἔδωσε συγχώρεση, καὶ οἱ στρατιῶτες του σταμάτησαν τὴ σφαγὴ τῶν κατοίκων. Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἀνήγειραν ἕνα χάλκινο ἄγαλμα τοῦ ἀλόγου ὑπὲρ εὐχαριστίας. Τὸ μέρος αὐτὸ λέγεται ἕως σήμερα Ὁ Ἵππος Διοκλητιανοῦ.


Σούδα, ἔκδ. Adler, II, 104.21-23 λ. «Διοκλητιανός»: 

Τὰ περὶ χυμείας ἀργύρου καὶ χρυσοῦ τοῖς παλαιοῖς αὐτῶν γεγραμμένα βιβλία διερευνησάμενος ἔκαυσε.

Τὸ Βρουχεῖο βεβαίως, τὰ Βασίλεια (ἀνάκτορα) εἶχαν πωληθεῖ σὲ ἰδιῶτες ἀπὸ τὸν Βεσπασιανὸ τὸ 70 μ.Χ.: Αὐτός,

ἐπέβαλε πρόσθετες εἰσφορὲς στοὺς Ἀλεξανδρινούς. Καταρχάς, συνέλεξε μεγάλα ποσὰ ἀπὸ αὐτούς, μὲ διάφορους τρόπους, μὴ παραμελώντας καμμία πηγή, εἴτε ἀσήμαντη εἴτε ἀξιοκατάκριτη, καὶ ἔλαβε ἀπὸ κάθε πηγή, ἱερὴ καὶ μή, ἀπὸ τὴν ὁποία μποροῦσαν νὰ ληφθοῦν χρήματα. Ἐπίσης, ἀνανέωσε πολλοὺς φόρους ποὺ εἶχαν πέσει σὲ ἀχρηστία, αὔξησε πολλοὺς ποὺ ἦταν συνηθισμένοι, καὶ εἰσήγαγε νέους. Ἔτσι, οἱ Ἀλεξανδρινοὶ τόσο γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὅσο καὶ γιατὶ εἶχε πωλήσει τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ παλατιοῦ, ἦταν θυμωμένοι μαζί του.

Δίων Κάσσιος, IV 92-93 (66.8.3-4).

 

Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ στὴν καταστροφὴ μέρους τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἀλεξάνδρειας ἀπὸ τὸν Ἰούλιο Καίσαρα (ὁ ὁποῖος κατέστησε ἀκατοίκητη τὴ νῆσο Φάρο), γιὰ τὴν ὁποία ὁ πρῶτος συγγραφέας ποὺ γράφει σχετικὰ εἶναι ὁ Τίτος Λίβιος (59 π.Χ. - 17 μ.Χ.), ὅπως τὸν παραθέτει ὁ Σενέκας ὁ νεότερος (4 - 65).

Ἡλιούπολη (Στράβων).

 

Στὴν Ἡλιούπολη εἶδα μεγάλα ἀνάκτορα, ὅπου ζοῦσαν οἱ ἱερεῖς. Λένε ὅτι στὰ παλαιὰ χρόνια ἡ πόλη ἦταν κατοικία ἱερέων, ἀνθρώπων φιλοσόφων καὶ ἀστρονόμων. Σήμερα ἡ ὀργάνωση καὶ ἡ ἐπιστήμη χάθηκαν κι ἐδῶ. Κανένας δὲν μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση πὼς ἤξερε κάποια ἐπιστήμη. Ὑπῆρχαν μόνον ἱερεῖς καὶ ξεναγοὶ στὰ ἱερά (1). Τότε ποὺ ὁ Αἴλιος Γάλλος ἦταν ἔπαρχος καὶ περιόδευε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὴν Αἴγυπτο, στὴ συνοδεία του ἦταν καὶ κάποιος Χαιρήμων, ποὺ παράσταινε πὼς ἤξερε μιὰ τέτοια ἐπιστήμη, ἀλλὰ περισσότερο τὸν περιγελοῦσαν ὡς ἀλαζόνα καὶ ἀνόητο. Ἐκεῖ λοιπὸν μᾶς ἔδειχναν τὰ ἀνάκτορα τῶν ἱερέων καὶ τὶς κατοικίες τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Εὐδόξου (2), ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὸν Πλάτωνα ἦρθε ἐδῶ καὶ ὁ Εὔδοξος καὶ ἔμειναν μαζὶ μὲ τοὺς ἱερεῖς δεκατρία χρόνια, καθὼς λένε μερικοί. Οἱ ἱερεῖς ἤξεραν τὴν ἐπιστήμη τῶν οὐρανίων σωμάτων, πράγματα ποὺ κρατοῦσαν μυστικὰ καὶ ἐξάλλου ἦταν δύσκολο νὰ μεταδοθοῦν. Αὐτοὶ οἱ δυό, μὲ τὸ μεγάλο διάστημα ποὺ ἔμειναν καὶ μὲ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφεραν (3), παρακάλεσαν ὥστε νὰ τοὺς μεταδώσουν κάποια κομμάτια τῆς θεωρίας αὐτῆς. Οἱ βάρβαροι βέβαια δὲν φανέρωσαν τὰ περισσότερα (4). Πάντως, αὐτοὶ τοὺς δίδαξαν τὰ τμήματα ποὺ διατρέχουν μέρα καὶ νύχτα καὶ σχηματίζουν τὶς τριακόσιες ἑξῆντα πέντε ἡμέρες, σχηματίζοντας τὸ ἕνα ἔτος. Οἱ Ἕλληνες ἕως τότε ἀγνοοῦσαν τὸ ἔτος (5), καθὼς καὶ ἄλλα πολλά, ἕως ὅτου οἱ νεότεροι ἀστρολόγοι παρέλαβαν καὶ χρησιμοποίησαν τὶς ἐργασίες τῶν ἱερέων, μεταφρασμένες στὰ Ἑλληνικά. Ἀκόμη καὶ σήμερα παίρνουν αὐτὴ τὴ γνώση ἀπὸ ἐκείνους, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς Χαλδαίους (6).

Στράβων, 17.29 (806). Μετάφραση Πάνος Θεοδωρίδης.

(1) Πῶς νὰ φτιάξετε ἕναν ἀστικὸ μύθο περὶ μιᾶς πόλης φιλοσόφων, ποὺ τώρα (ὅπως συμβαίνει πάντα σὲ τέτοιους μύθους) ἔχει ξεπέσει.

(2) Διατηροῦνταν οἱ κατοικίες ἐπὶ 400 χρόνια; Οἱ ντόπιοι θὰ πρέπει νὰ ἔβγαζαν πολλὰ λεφτὰ μὲ τόσους περιηγητὲς-κορόιδα.

(3) Δηλαδή, τί ὑπηρεσίες; Καντηλανάφτη στὰ ἱερά;

(4) Οἱ κακοὶ βάρβαροι, δὲν μᾶς τὰ εἶπαν ὅλα, ἐνῶ καθίσαμε δεκατρία χρόνια προσφέροντας ὑπηρεσίες.

(5) Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάποια ἀρχαῖα ἡμερολόγια, νομίζω τὸ ἀθηναϊκό, εἶναι λίγο ἄλλα ἀντ' ἄλλων. Ἢ τέτοια εἶναι ἡ γνώση μας γι' αὐτά. Ἀλλὰ ὅτι ὣς τὸν 4ο αἰώνα νὰ ἀγνοοῦσαν οἱ Ἀρχαῖοι τὸ ἔτος; Κάτι παραπάνω ἀπὸ ὑπερβολή.

(6) Ἡ παρεξήγηση τοῦ ἀφροκεντρισμοῦ. Προφανῶς οἱ ἀνατολίτικοι πολιτισμοὶ ἦταν ἀρχαιότεροι καὶ οἱ Ἕλληνες ἔμαθαν ἀπὸ αὐτούς, ὅπως φαίνεται καὶ μὲ τὰ πρῶτα ἀγάλματα, τὶς σφίγγες καὶ ἄλλα. Ἐπιστήμη ὅμως οἱ Ἀνατολίτες δὲν εἶχαν, ἡ ἐπιστήμη ἀπαιτεῖ τὸ ἀφηρημένο κι ὄχι τὸ ἐφαρμοσμένο. Ἔτσι, τόσο οἱ ἀφροκεντρικοὶ ὅσο καὶ οἱ ἀντίπαλοί τους δὲν διακρίνουν τὶς οὐσιώδεις λεπτομέρειες. Μιὰ ἄλλη παράμετρος: Ὅταν οἱ Χριστιανοί, 2-3 αἰῶνες μετὰ τὸν Στράβωνα, ἔλεγαν ὅτι ὁ Πλάτων ἀντέγραψε τὸν Μωυσή, δὲν παρίσταναν τὸν τρελό. Βασίζονταν σὲ μιὰ διάχυτη ἀντίληψη τῶν ἴδιων τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀρχαιότητας (ἀπὸ τὸν 4ο π.Χ. ὣς τὸν 4ο μ.Χ.) σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ Ἕλληνες ἀντέγραψαν τοὺς Αἰγύπτιους, τοὺς Πέρσες, τοὺς Βαβυλώνιους καί (ὅπως λέει ὁ Πορφύριος) τοὺς Ἑβραίους. Δηλαδή, δὲν ἔλεγαν κάτι πρωτόγνωρο, ἐπαναλάμβαναν τὰ ἴδια περίπου πράγματα μὲ ὅσα οἱ ἴδιοι οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν γιὰ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς ἐπιστήμης.

 

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Et in Arcadia Ego

Ἤμουν κι ἐγὼ στὴν Ἀρκαδία. 

Ἀλλὰ τῆς Αἰγύπτου. Τῆς βυζαντινῆς, φυσικά. Ἀλίμονο...



Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Θάνατος στὸ Νεῖλο

 

Ἕνας μοναχὸς πηγαίνοντας πρὸς τὴ Σκήτη καὶ ἐρχόμενος στὸν Νεῖλο, ἐξασθένισε ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καὶ τὴ ζέστη τῆς ὥρας, κι ἔβγαλε τὰ ράσα του καὶ μπῆκε στὸ ποτάμι νὰ δροσιστεῖ. Ὅρμηξε τότε ἕνας κροκόδειλος καὶ ἅρπαξε τὸν μοναχό. Ἕνας χαρισματικὸς γέροντας περνώντας ἐκεῖ δίπλα καὶ βλέποντας τὸν μοναχὸ νὰ ἔχει πιαστεῖ ἀπὸ τὸν κροκόδειλο, φώναξε στὸ θηρίο: «Γιατί ἔφαγες τὸν μοναχό;». Ὁ κροκόδειλος τότε τοῦ ἀπάντησε μὲ ἀνθρώπινη φωνή: «Ἐγὼ δὲν ἔφαγα μοναχό. Ἐγὼ ἕναν λαϊκὸ συνάντησα, καὶ ἕναν λαϊκὸ ἔφαγα· ὁ μοναχὸς εἶναι ἐκεῖ» γνέφοντας πρὸς τὸ πεταμένο στὴν ὄχθη ράσο. Κι ὁ γέροντας ἀναχώρησε πενθῶν γιὰ τὸ συμβάν.

Ἀδελφός τις διαβαίνων πρὸς τὴν Σκῆτιν καὶ ἐλθὼν ἐπὶ τὸν Νεῖλον ποταμὸν καὶ ὀλιγοθυμήσας ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καὶ ὥρας καύματος καταλαβούσης ἐκδυσάμενος τὰ ἱμάτια αὐτοῦ κατῆλθεν πρὸς τὸ λούσασθαι αὐτόν. Δραμὼν δὲ θηρίον ὁ λεγόμενος κροκόδειλος ἥρπαξεν αὐτόν. Γέρων τις διορατικὸς ἐκεῖσε παρελθὼν ἰδὼν τὸν ἀδελφὸν ἁρπαγέντα κράξας τὸ θηρίον λέγει αὐτῷ· Διὰ τί ἔφαγες τὸν ἀββᾶ; Τὸ δὲ θηρίον εἶπε πρὸς αὐτὸν ἀνθρωπίνῃ φωνῇ· Ἐγὼ ἀββᾶ οὐκ ἔφαγον, κοσμικὸν ηὗρον καὶ αὐτὸν ἔφαγον· ὁ δὲ μοναχὸς ἐκεῖ εστιν. Καὶ ἔνευε πρὸς τὸ σχῆμα. Καὶ ἀνεχώρησεν ὁ γέρων πενθῶν τὸ γεγονός.

 

Ἀποφθέγματα Πατέρων, ἔκδ. J.-C. Guy, Les apophthegmes des pères. Collection systématique [Sources Chrétiennes 498], τ. 3, Paris 2005, 53 (σσ. 134 – 135).

Διάλογος μὲ μιὰ μούμια (στὰ 620 μ.Χ.)

Ὁ Πισέντιος, μονοφυσίτης ἐπίσκοπος τῆς πόλης Κόπτος, ὅταν ἔμαθε ὅτι οἱ Σασσανίδες Πέρσες, ποὺ κατακτοῦσαν τὴ βυζαντινὴ Αἴγυπτο, πλησίαζαν τὴν Θηβαΐδα (κατὰ τὸ 620 μ.Χ.), ἔτρεξε νὰ σωθεῖ ἀπὸ αὐτούς. Πῆγε καὶ κρύφτηκε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πάμπολλους τάφους ποὺ ἦταν σκαμμένοι στὰ βουνὰ τῆς ἐρήμου, στὴ νεκρόπολη τῶν Θηβῶν. Ἐκεῖ, τοῦ ἔφερνε τακτικὰ τροφὴ ὁ ὑποτακτικός του Ἰωάννης, ὁ μόνος ποὺ γνώριζε τὴν κρυψώνα του. Ὁ τάφος αὐτὸς ἦταν μιὰ μεγάλη αἴθουσα ὑποστηριζόμενη μὲ κολῶνες, καὶ περιεῖχε πολλὲς μούμιες, ποὺ μάλλον δὲν εἶχαν βαλσαμοποιηθεῖ καλά, καὶ μύριζαν. Ὁ Πισέντιος κι ὁ Ἰωάννης στοίβαξαν τὶς μούμιες, τὴ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη, ὥστε νὰ ἀδειάσει ὁ χῶρος.

Τὸ ἑπόμενο Σάββατο, ὁ Ἰωάννης γύρισε στὸν τάφο γιὰ νὰ φέρει τροφή. Ἐκεῖ, ἔχοντας μόλις μπεῖ στὸν τάφο, κρυφάκουσε τὸν διάλογο τοῦ Πισέντιου μὲ μιὰ μούμια, ποὺ ἀνῆκε σὲ Παγανιστή. Ἡ μούμια ἔκλαιγε καὶ παρακαλοῦσε τὸν Πισέντιο γιὰ νὰ τῆς δείξει ἔλεος ὁ Θεὸς καὶ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Παράλληλα, τοῦ μίλαγε γιὰ τὴ μεταθανάτια ζωὴ καὶ μάλιστα τὴ μεταθανάτια ζωὴ τῶν Ἐθνικῶν ποὺ ζοῦσαν στὴν Αἴγυπτο. Ἀφηγεῖται ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἄκουσε τὸ διάλογο:

And when I had come in to the abode I heard some one weeping and beseeching my father in great tribulation, saying, I beseech thee, O my lord and father, to pray unto the Lord for me so that I may be delivered from these punishments, and that they may never take hold of me again, for I have suffered exceedingly”. And I thought that it was a man who was speaking with my father, for the place was in darkness. And I sat down, and I perceived the voice of my father, with whom a mummy was speaking. And my father said unto the mummy, “What nome dost thou belong to?” And the mummy said, “I am from the city of Ermant”. My father said unto him, “Who is thy father? He said, “My father was Agrikolaos and my mother was Eustathia”. My father said unto him, “Whom did they worship?”. And he said, “They worshipped him who is in the waters, that is to say Poseidôn” My father said unto him, “Didst thou not hear before thou didst die that Christ had come into the world?. He said, “No, my father. My parents were Hellenes, and I followed their life. Woe, woe is me that I was born into the world! Why did not the womb of my mother become my grave? And it came to pass that when I came into the straits of death, the first who came round about me were the beings Kosmokrator”, and they declared all the evil things which I had done, and they said unto me, “Let them come now and deliver thee from the punishments wherein they will cast thee.” There were iron knives in their hands, and iron daggers with pointed ends as sharp as spear points, and they drove these into my sides, and they gnashed their teeth furiously against me. After a little time my eyes were opened, and I saw death suspended in the air in many forms. And straightway the Angels of cruelty snatched my wretched soul from my body, and they bound it under the form of a black horse, and dragged me to Ement (Amenti). O woe be unto every sinner like myself who is born into the world! O my lord and father, they delivered me over into the hands of a large number of tormentors who were merciless, each one of whom had a different form. O how many were the wild beasts which I saw on the road! O how many were the Powers which tortured me! When they had cast me into the outer darkness I saw a great gulf, which was more than a hundred cubits deep, and it was filled with reptiles, and each one of these had seven heads, and all their bodies were covered as it were with scorpions. And there was another mighty serpent in that place, and it was exceedingly large, and it was a terrible sight to behold; and it had in its mouth teeth which were like unto pegs of iron. And one laid hold of me and cast me into the mouth of that Worm, which never stopped devouring; all the wild beasts were gathered together about him at all times, and when he filled his mouth all the wild beasts which were round about him filled their mouths with him”. My father said unto him, “From the time when thou didst die until this day, hath no rest been given unto thee, or hast thou not been permitted to enjoy any respite from thy suffering? . And the mummy said, “Yes, my father, mercy is shown unto those who are suffering torments each Sabbath and each Lord’s Day. When the Lord’s Day cometh to an end, they cast us again into our tortures in order to make us to forget the years which we lived in the world. Afterwards, when we have forgotten the misery of this kind of torture, they cast us into another which is far more severe. When thou didst pray for me, straightway the Lord commanded those who were flogging me, and they removed from my mouth the iron gag which they had placed there, and they released me, and I came to thee. Behold, I have told you the conditions under which I subsist. O my lord and father, pray for me, so that they may give me a little rest, and that they may not take me back into that place again”. And my father said unto him, “The Lord is compassionate, and He will show mercy unto thee. Go back and lie down until the Day of the General Resurrection, wherein every man shall rise up, and thou thyself shalt rise with them”.

Μετὰ τὸ διάλογο, ὁ Ἰωάννης μᾶς λέει ὅτι ἡ μούμια γύρισε στὸ φέρετρό της:

God is my witness, O my brethren, I saw the mummy with my own eyes lie down again in its place, as it was before. And having seen these things I marvelled greatly, and I gave glory unto God. And I cried out in front of me, according to rule, “Bless me”, and then I went in and kissed his hands and his feet. He said unto me, “John, hadst thou been here a long time? Didst thou not see somebody or hear somebody talking to me?”. And I said, “No, my father”. He said unto me, “Thou speakest falsehood, just as did Gehazi when he uttered falsehood to the prophet, saying, “Thy servant went no whither.” But since thou hast seen or heard, if thou tellest any man during my lifetime thou shalt be cast forth (i.e. excommunicated)”. And I have observed the order, and I have never dared to repeat it to this very day.

Μιὰ ὡραία παρουσίαση τῆς κατάστασης μετὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς Αἰγύπτου, ὅταν Ἐθνικοὶ βρίσκονταν μόνο σὲ φέρετρα. Τὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ (αἱρετικοῦ πλέον) μοναχισμοῦ στὴν Ἄνω Αἴγυπτο. Μὲ τὸν ἐκχριστιανισμὸ βέβαια ἁπλὰ ἀναμείχθηκαν προχριστιανικὲς αἰγυπτιακὲς ἀντιλήψεις καὶ χριστιανικές. Οἱ μούμιες αὐτὲς τὶς ὁποῖες ἀντικρίζουν στὴ σπηλιὰ-τάφο οἱ δυὸ Κόπτες ἀσκητὲς ἦταν τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων καὶ τῶν πρώιμων βυζαντινῶν, γιατὶ οἱ φαραωνικοὶ τάφοι στὰ βράχια τῆς ἐρήμου εἶχαν ἀρχίσει νὰ χρησιμοποιοῦνται γιὰ ταφὲς ἰδιωτῶν πολὺ καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὸν Πισέντιο. Ὁ Πισέντιος φαίνεται νὰ γνωρίζει τὴ δημοτικὴ γραφή (ἐξέλιξη τῶν πανάρχαιων ἱερογλυφικῶν), πράγμα ποὺ εἶναι κάπως περίεργο, ἀφοῦ ἡ τελευταία ἐπιγραφὴ σε τέτοια γραφὴ σκαλίστηκε στὶς Φίλες τουλάχιστον 180 χρόνια νωρίτερα, καὶ κανεὶς πλέον δὲν τὴ γνώριζε, καθὼς εἶχαν ἐκλείψει οἱ ἀρχαῖοι ἱερεῖς καὶ ἡ "δημοτικὴ" εἶχε ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ κοπτικὸ ἀλφάβητο (ποὺ εἶναι σχεδόν ὁλόιδιο μὲ τὸ ἑλληνικό). Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαβάσει τὰ κείμενα τοῦ φερέτρου τῆς μούμιας, ἐκτὸς κι ἂν ἤξερε ἑλληνικὰ καὶ ταυτόχρονα αὐτὰ ἦταν γραμμένα στὴν ἑλληνική.


Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Μπορεῖς νὰ καταπιεῖς ἐκείνη τὴν τεράστια κολώνα;


Τὸ 633 μ.Χ., οἱ Ἄραβες ἔχουν μόλις κατακτήσει τὴ Δαμασκό. Καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ εἰσβάλουν στὴν Αἴγυπτο. Ὁ ἐπίσκοπος Κύρος συμφώνησε μὲ τοὺς Ἄραβες, ἐλλείψει στρατιωτικῆς δράσης τῆς Κωνσταντινούπολης, νὰ δίνεται ἕνα ποσὸ στοὺς Ἄραβες γιὰ νὰ μὴν εἰσβάλουν. Τότε, μᾶς λέει ὁ Θεοφάνης, ὁ Ἡράκλειος θύμωσε μὲ τὸν Κύρο καὶ ἔστειλε ἕναν στρατιωτικὸ διοικητὴ ὀνόματι Μανουήλ, ἕναν παλικαρά, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τὴν καταβολὴ τοῦ φόρου, ἔδωσε μάχη μὲ τοὺς Ἄραβες, συνετρίβη καὶ κλείστηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τότε, συνεχίζει ὁ Θεοφάνης:



Οἱ Σαρακηνοὶ ἐφορολόγησαν τὴν Αἴγυπτον. Ἀκούσας δὲ Ἡράκλειος τὰ πραχθέντα ἀποστέλλει Κῦρον πρὸς τὸ πεῖσαι αὐτοὺς ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου». Ὁ Κύρος πῆγε στοὺς Ἄραβες, ἀπολογήθηκε ὅτι δὲν ευθύνεται αὐτὸς γιὰ τὶς ἐνέργειες τοῦ Μανουήλ, καὶ ζήτησε νὰ ἐπανέλθει σὲ ἰσχὺ ἡ συμφωνία ποὺ εἶχε συνάψει ἀρχικὰ ὁ ἴδιος, δηλαδὴ νὰ φύγουν οἱ Ἄραβες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἁπλῶς νὰ παίρνουν τὸ χρηματικὸ ἑτήσιο ποσό. Ὅμως, ὅπως συνεχίζει ὁ Θεοφάνης, «Οἱ Σαρακηνοὶ δὲν πείστηκαν μὲ τοῦτα καὶ εἶπαν στὸν ἐπίσκοπο: "Μπορεῖς νὰ καταπιεῖς ἐκείνη τὴν τεράστια κολώνα;" Καὶ ὁ Κύρος ἀπάντησε: "Δὲν εἶναι δυνατόν". Καὶ τοῦ ἀπάντησαν τότε οἱ Σαρακηνοί: "Οὔτε καὶ σὲ μᾶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναχωρήσουμε τώρα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο".


Ἀρχαῖο κείμενο:

Τότε οἱ Σαρακηνοὶ ἐφορολόγησαν τὴν Αἴγυπτον. ἀκούσας δὲ Ἡράκλειος τὰ πραχθέντα ἀποστέλλει Κῦρον πρὸς τὸ πεῖσαι αὐτοὺς ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου τῷ πρώτῳ στοιχήματι· καὶ ἀπελθὼν ὁ Κῦρος εἰς τὴν παρεμβολὴν τῶν Σαρακηνῶν […] Πρὸς τούτοις οἱ Σαρακηνοὶ οὐκ ἐπείσθησαν λέγοντες τῷ ἐπισκόπῳ· «δύνη τοῦτον τὸν παμμεγέθη στύλον καταπιεῖν;» ὁ δὲ εἶπεν· «οὐκ ἐνδέχεται.» ἔφησαν δέ· «οὐδὲ ἡμῖν ἐνδέχεται ἀναχωρῆσαι τῆς Αἰγύπτου ἔτι»




Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Οἱ Αἰγύπτιοι στὴν δεύτερη πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης


Τὸ 717, οἱ Ἄραβες ἐπιχειροῦν τὴ δεύτερη πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἡ ὁποία κράτησε ἕνα ἔτος. Σὲ κάποια φάση τῆς πολιορκίας, οἱ Ἄραβες ἐνισχύθηκαν μὲ τετρακόσια πλοῖα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο (μεταγωγικὰ καὶ δρόμωνες). Ὡστόσο, τὸ πλήρωμα τῶν πλοίων ἦταν Χριστιανοὶ Αἰγύπτιοι. Ἔτσι:

Τὰ πληρώματα τῶν Αἰγυπτίων αὐτῶν τῶν δύο στόλων ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους καί, ἀφοῦ κατέλαβαν τὴ νύχτα τὰ μικρὰ σκάφη τῶν μεταγωγικῶν, ἐζήτησαν καταφύγιο στὴν Πόλη καὶ ἐπευφήμησαν τὸν βασιλιᾶ.

Θεοφάνης, AM 6209

Ἡ ἰσορροπία τῶν δυνάμεων στὴ θάλασσα εἶχε ἀλλάξει, καὶ οἱ Ρωμιοὶ κατέστρεψαν μὲ τὸ ὑγρὸ πῦρ τὸν ἀραβικὸ στόλο.
Ἡ βοήθεια τῶν Μονοφυσιτῶν Αἰγυπτίων πρὸς τοὺς Βυζαντινοὺς δὲν ὀφειλόταν σὲ τυχαίους λόγους. Ἀπὸ τὸ 725 καὶ μετά, καὶ τουλάχιστον ἕως τὸ 832, μαρτυροῦνται ἀρκετὲς ἐξεγέρσεις τῶν Κοπτῶν κατὰ τῶν Ἀράβων ἐξαιτίας τῆς φορολογικῆς καταπίεσής τους.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

1 π.Χ.

Ἀλεξάνδρεια, 17 Ἰουνίου 1 π.Χ.
Ὁ Ἱλαρίων στὴν σύζυγό του Ἄλι, πολλοὺς χαιρετισμούς, καθὼς καὶ στὴν κυρία μου Βερούτη καὶ στὸ Ἀπολλωναρι. Μάθε ὅτι εἶμαι ἀκόμη στὴν Ἀλεξάνδρεια. Μὴν ἀγωνιᾶς ἂν [οἱ ὑπόλοιποι] ἀναχωρήσουν, ἐγὼ παραμένω στὴν Ἀλεξάνδρεια. Σὲ ρωτῶ καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ φροντίζεις τὸ παιδί. Κι ἂν πληρωθοῦμε, ἀμέσως θὰ σοῦ στείλω. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ἂν γεννήσεις καὶ εἶναι ἀγόρι, κράτα το. Ἂν εἶναι κορίτσι, πέτα το. Εἶπες στὴν Ἀφροδισιάδα «μὴ μὲ ξεχνᾶς». Πῶς μπορῶ νὰ σὲ ξεχάσω; Γι’ αὐτὸ σοῦ ζητῶ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς. Ἔτος κθ΄ Καίσαρος, 23 τοῦ μήνα Παῦνι.

Ἱλαρίωνα Ἄλιτι τῇ ἀδελφῇ πλεῖστα χαίρειν καὶ Βεροῦτι τῇ κυρίᾳ μου καὶ Ἀπολλωναριν. γίνωσκε ὡς ἔτι καὶ νῦν ἐν Ἀλεξανδρέᾳ σμεν· μὴ ἀγωνιᾷς ἐὰν ὅλως εἰσπορεύονται, ἐγὼ ἐν Ἀλεξανδρέᾳ μενῶ. ἐρωτῶ σε καὶ παρακαλῶ σε ἐπιμεληθι τῷ παιδίῳ καὶ ἐὰν εὐθὺς ὀψώνιον λάβωμεν ἀποστελῶ σε ἄνω. ἐὰν πολλὰ πολλῶν τέκῃς ἐὰν ἦν ἄρσενον ἄφες, ἐὰν ἦν θήλεα ἔκβαλε. εἴρηκας \δὲ/ Ἀφροδισιάτι ὅτι μή με ἐπιλάθῃς· πῶς δύναμαί σε ἐπιλαθεῖν; ἐρωτῶ σε οὖν ἵνα μὴ ἀγωνιάσῃς. (ἔτους) κθ Καίσαρος Παῦνι κγ. (πίσω ὅψη) Ἱλαρίων Ἄλιτι ἀπόδος.

Πάπυρος P. Oxy 744 ἔκδ. B. Grenfell - A. Hunt. Βρέθηκε στὴν Ὀξύρρυγχο. Τὸ «ἀδελφὴ» στὴν Αἴγυπτο ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς προσφώνηση στὴ σύζυγο, καὶ δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα τὴν ἀδελφή.