Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Κατοχὴ στὸ χωριό


Μερικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὴν Κατοχὴ στὸ χωριό μου, τὴν Ἐράτυρα. Ἡ γιαγιά μου θυμᾶται τοὺς Γερμανοὺς ποὺ ἦρθαν καὶ ἔπαιρναν καθένας ἀπὸ μία ντομάτα ἀπὸ τὶς ντομάτες ποὺ εἶχε ἕτοιμες πρὸς πώληση γιὰ τὸ παζάρι ὁ σύζυγός της. Αὐτὸς ἤθελε νὰ τοὺς σταματήσει ἀλλὰ ἐκείνη τὸν ἐμπόδισε. Τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὅτι καθένας ἔπαιρνε μόνο μία, κι ὅλοι ἔλεγαν «γκούτ, γκούτ». Τοῦ ἔμεινε ἡ ἀνάμνηση τῆς λέξης. Ὁ πατέρας μου, πάλι, θυμᾶται τοὺς πανηγυρισμοὺς ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κορυτσᾶς, τὶς καμπάνες κ.λπ. Ἐπίσης, ὅταν τοὺς μαζέψανε ὅλους στὴν πλατεία προκειμένου νὰ ψάξουν (στὰ σπίτια;) τὸν ἀντάρτη ποὺ τραυμάτισε ἕναν Γερμανὸ κάπου ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Ἐὰν τὸν ἔβρισκαν, θὰ τὸ καίγανε, μοῦ ἔλεγε ὁ πατέρας. Ὁ ἀντάρτης ἦταν καλὰ κρυμμένος κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα ποὺ ἀνέβαζε στὸν γυναικωνίτη, μέσα στὰ σκαλοπάτια, ἀλλὰ ἐξαιτίας τοῦ ἄγχους καὶ τῆς εἰκοσιτετράωρης παραμονῆς (ἀκινησία κ.λπ.) ἔχασε τὰ λογικά του, καὶ τελικὰ μπῆκε στὸ τρελλάδικο.

Σλαβικὲς λέξεις στὸ χωριό.


Σλαβικῆς προέλευσης λέξεις ποὺ θυμᾶμαι ἀπὸ τοὺς παπποῦδες μου καὶ τοὺς γονεῖς μου καὶ τὶς βρῆκα στὸ ἄρθρο αὐτό, τὸ ὁποῖο περιέχει καὶ μερικὲς ἄλλες λέξεις τοῦ χωριοῦ, ὄχι πολλές, τὶς ὁποῖες ὅμως δὲ θυμᾶμαι νὰ ἄκουσα νὰ χρησιμοποιοῦνται:
-ἀβραϊά (δὲν γνώριζα τί σήμαινε, μᾶλλον κάτι σὲ «στὴν ἄκρη»)
-βλιούσκα (βιλιούσκα στὸ ἄρθρο), τὸ πιρούνι. Ὁ παππούς μου ἔλεγε τῶν παιδιῶν του νὰ μὴ τὸ χρησιμοποιοῦν, ἔτσι μοῦ εἶπε ἡ μητέρα μου.
-βερβερίτσα (βιρβιρίτσα στὸ ἄρθρο), σκίουρος.
-γκόρτσα (πλ. τοῦ γκόρτσου), ἀχλάδια ἄγρια.
-γκουστουρίτσα (γκουστιαρίτσα στὸ ἄρθρο), σαύρα, μικρή.
-γκριώνω, (γκιριλώνω στὸ ἄρθρο), πνίγω.
-κογκούλι (κόγκουλ), ποὺ δὲν εἶχα καταλάβει ὅμως τί σήμαινε.
-κόλιαντα, τὰ γνωστά μας κάλαντα.
-κοπάνα, ἡ (κουπάνα στὸ ἄρθρο), ἡ σκάφη.
-κρέχτος (κρέχτους, στὸ ἄρθρο), δροσερός. Κρέχτο εἶναι τὸ νερό.
-λίγκαβος (λίγκαβους, στὸ ἄρθρο) βρώμικος. Τὸ θυμᾶμαι νὰ τὸ λένε γιὰ ροῦχα ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπους.
-λουζιάσ’κα, ἀόριστος (λουζγιάζου, στὸ ἄρθρο), τά ‘χασα, μπερδεύτηκα.
-μπράτιμος (μπράτιμους, στὸ ἄρθρο), φίλος τοῦ γαμπροῦ, κάνει διάφορες δουλειὲς στὸ τραπέζι φορώντας ἄσπρη ποδιά. Μοῦ φαινόταν ἀστεῖο, ὅταν ἤμουν μικρός.
-σκαρκάλ, ἔντομο (στὸ ἄρθρο λέει ὅτι στὸ χωριὸ σήμαινε τὴν ἀκρίδα, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς).
-σκράπα, θυμᾶμαι μόνο ὅτι τὴν ἔλεγαν, σημαίνει σκορπιός, καὶ τέτοιους δὲν εἶδα ποτὲ στὸ χωριό.
-ροποτάω/ρουπουτῶ (τρουπουτῶ, στὸ ἄρθρο). «Τὰ ποντίκια ροποτοῦν / ροποτοῦσαν» στὸ διάστημα μεταξὺ ταβανιοῦ καὶ σκεπῆς, στὸ πατρικὸ τοῦ πατέρα. Εἶναι καὶ βλάχικο.
Σλάβους κ.λπ. δὲν εἴχαμε στὸ χωριό, τουλάχιστον κατὰ τὸν 18ο καὶ 19ο αἰ. μὲ βάση τὰ γραπτὰ ἀρχεῖα, ἕνα χωριὸ ποὺ ὑπάρχει κάτι παραπάνω ἀπὸ 500 χρόνια (1515, ἡ πρώτη γραπτὴ μνεία). Οὔτε ἐμφανίστηκε ποτὲ ἡ βουλγαρικὴ Ἐξαρχία. Ἄλλωστε, οἱ παραπάνω λέξεις εἶναι λιγοστές. Μὲ ἑλληνικὰ σχολεῖα (τριτάξιο γυμνάσιο, παρθεναγωγεῖα κ.λπ.) κατὰ καιροὺς στὴν Τουρκοκρατία μετὰ τὸ 1699, ἡ «σλαβικότητα» τῶν ὀνομάτων, πέρα ἀπὸ μὴ συνειδητή, ἦταν κάτι τὸ ἐξωτικό, εἰδικὰ γιὰ μένα ὅταν ἄκουγα αὐτὲς τὶς λέξεις. Τόσο ἐξωτικὸ ὅσο τὸ «χλιάρ’» ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ κοχλιάριον.


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Ἐμφύλιος στὸ χωριό - μαρτυρίες

Στὸ χωριό μου, τὴν Ἐράτυρα Κοζάνης, ἔλαβαν χώρα μάχες κατὰ τὸν Ἐμφύλιο. Μοῦ ἔχει πεῖ ὁρισμένα ἡ γιαγιά μου, ἀλλὰ ἔχω ξεχάσει κάποια. Ἐδῶ, ὅ,τι κράτησα ἀπὸ τὶς ἠχογραφήσεις, καὶ θυμᾶμαι.

Ὅταν ἦρθαν οἱ ἀντάρτες ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ, ἡ ἀντάρτισσα ποὺ μπῆκε στὴν αὐλὴ τῆς εἶπε (τὴν ἀποκάλεσε καὶ «συντρόφισσα») νὰ δώσουν κάποια πράγματα (ροῦχα, τρόφιμα) γιατὶ ἀλλιῶς θὰ ἔμπαιναν σπίτι παίρνοντας πολὺ περισσότερα. Τότε ἡ γιαγιά μου πρέπει νὰ ἦταν 23-26 χρόνων, μὲ τρία παιδιά. Φυσικά, τῆς ἔδωσε ὅ,τι ζήτησε. Τὸ χωριὸ εἶχε καταληφθεῖ γιὰ κάποιο διάστημα ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες.

Ἔπειτα, ἐπειδὴ τὸ σπίτι ἦταν στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, χρησίμευσε —κατὰ τὴν ἀνακατάληψη τοῦ χωριοῦ ἀπὸ τὸν κυβερνητικὸ στρατό— ὡς καλὴ θέση γιὰ στήσιμο πολυβολείου. Ἔριχναν, λοιπόν, ἀπὸ τὸν πρῶτο ὄροφο οἱ κυβερνητικοὶ κατὰ τοῦ καμπαναριοῦ ὅπου βρίσκονταν οἱ ἀντάρτες, καὶ φυσικὰ οἱ τελευταῖοι ἀνταπέδιδαν. Μὲ ἀποτέλεσμα, μιὰ ἀντάρτικη βολὴ νὰ βρεῖ τὸ σπίτι, εὐτυχῶς δίχως θύματα γιὰ τὴν οἰκογένειά μου.

Σὲ μιὰ ἄλλη φάση, ὅπου –μετὰ τὴν ἐκδίωξη τοῦ ΔΣΕ ἀπὸ τὸ χωριό– οἱ ἀντάρτες ἔφευγαν πρὸς τὰ βουνά, τὸ πολυβόλο χειριζόταν ἕνας φαντάρος ὁ ὁποῖος μᾶλλον δὲν εἶχε διάθεση νὰ σκοτώσει ἕναν ἀντάρτη ποὺ διακρινόταν ἐμφανῶς καθὼς διέφευγε στὰ βουνά, καὶ βάραγε «στὸ γάμο τοῦ Καραγκιόζη» ἀντὶ νὰ σκοπεύσει καλά. Ὁ ἀξιωματικός του, ὀργισμένος τότε γιὰ τὴν ἠθελημένη ἀστοχία, τὸν πετάει στὴν ἄκρη, πιάνει τὸ ὅπλο ὁ ἴδιος καὶ μὲ ἕνα χτύπημα ἀφήνει νεκρὸ τὸν ἀντάρτη, ποὺ βρισκόταν ἀρκετὲς ἑκατοντάδες μέτρα μακριά.

Ἕνα τρίτο ἐπεισόδιο ἀφορᾶ κάποιον ἀντάρτη τοῦ χωριοῦ, γνωστὸ τοῦ πατέρα τῆς γιαγιᾶς μου, ὁ ὁποῖος ἀντάρτης κρυβόταν στὰ βουνά (δὲν ξέρω σὲ ποιὰ περίοδο, ἴσως μεταξὺ Δεκεμβριανῶν καὶ ἔναρξης τοῦ Ἐμφύλιου) καὶ εἶπε —ὄντας στὰ βουνὰ— στὸν βοσκὸ προπαπποῦ μου, ποὺ ἦταν κι αὐτὸς στὰ βουνὰ μὲ τὰ πρόβατα, ὅτι σκοπεύει νὰ παραδοθεῖ γιατὶ ἀναγγέλθηκε ἀμνηστία σὲ ὅλους. Ὁ προπαππούς μου τοῦ συνέστησε νὰ μὴν παραδοθεῖ γιατὶ θὰ ἔχει κακὸ τέλος. Ὅμως, ὁ ἀντάρτης δὲν πείστηκε, παραδόθηκε, καὶ γιὰ κακή του τύχη συνελήφθη, δικάστηκε κι ἐκτελέστηκε.

Ἡ γιαγιά μου ἔκανε λόγο καὶ γιὰ τὸ λεγόμενο παιδομάζωμα. Δὲν ἔχω ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ ἂν ἡ δεξιὰ ἢ ἡ ἀριστερὴ ἐκδοχὴ γενικὰ ἀληθεύει. Πάντως, γιὰ τὸ χωριό μου φαίνεται νὰ ἀληθεύει ἡ δεξιὰ ἐκδοχή (κι αὐτὸ τὸ λέω ἔχοντας διαβάσει κι ἄλλα γιὰ τὸ τί συνέβη στὸ χωριό). Δηλαδή, αὐτοὶ οἱ νέοι τοῦ χωριοῦ ποὺ ἐπιστρατεύτηκαν δὲν ἦταν ὅλοι κομμουνιστὲς ἢ ὑποστηρικτὲς τοῦ ΔΣΕ ἀλλὰ ὑπῆρχαν (πολλοὶ ἢ λίγοι, δὲν ξέρω, πάντως ὑπῆρχαν) ἀρκετοὶ ποὺ κυριολεκτικὰ ἀπήχθησαν καὶ στρατολογήθηκαν γιὰ τὶς στρατιωτικὲς ἀνάγκες τοῦ ΔΣΕ. Αὐτοὶ ποὺ ἀπήγαγαν τὰ παιδιὰ ἔλεγαν στοὺς συγγενεῖς τους ὅτι ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ ἢ κάτι τέτοιο. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, οἱ ἀντάρτες ἔκαναν πλιάτσικο στὰ μαγαζιὰ τοῦ χωριοῦ.
 
Ἐνῶ ὁ Ἐμφύλιος τελείωνε, κάποια στιγμὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες κατέβηκε ἀπὸ τὰ βουνὰ κι ἔκανε κήρυγμα στοὺς χωριάτες ὅτι ὅπου νά ‘ναι νικᾶνε κ.λπ. Ἡ γιαγιά μου τοῦ εἶπε «τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές, ἀφοῦ χάνετε;». Δὲν θυμᾶμαι τί τῆς ἀπάντησε. Δὲν τὴν πείραξε, ἴσως ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ κι αὐτός.
 
Ἕνα «μεταφυσικὸ» ποὺ διηγήθηκε ἡ ἐκ μητρὸς γιαγιά μου ἦταν καὶ τὸ ἑξῆς: Εἶχε σκοτωθεῖ ἕνας ἀντάρτης κάπου στὸ χωριό, καὶ εἶχε μείνει ἄταφος. Κάποιο ἀπὸ τὰ ἑπόμενα βράδια, τὸν εἶδε στὸν ὕπνο της, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τοῦ ἀνάψει κερί. Πράγμα ποὺ ἔκανε τὴν ἑπόμενη.

Τέλος, ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸν συνονόματο παππού μου. Σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ οἱ κατέχοντες τὸ χωριὸ κυβερνητικοὶ εἶχαν ἐπιβάλει στοὺς ἄοπλους ἄνδρες  τὴν ἐπιλογὴ εἴτε νὰ συμμετέχουν σὲ ὁμάδες φύλαξης τοῦ χωριοῦ ἀπὸ ἀνταρτικὲς ἐπιθέσεις εἴτε νὰ πληρώνουν κάποιο ποσὸ ποὺ δινόταν σὲ ἐκείνους ποὺ γιὰ διάφορους λόγους  προσφέρονταν νὰ γίνουν ἐθελοντὲς φρουροί. Ἡ γιαγιά μου ἀναφέρει ὅτι συνήθως ἦταν φτωχοὶ ποὺ ἤθελαν χρήματα αὐτοὶ ποὺ γίνονταν φρουροί. Ὁ παππούς μου πλήρωνε καὶ δὲν πήγαινε, ἀλλὰ μιὰ μέρα εἶπε στὴ γυναίκα του ὅτι δὲν θέλει νὰ δώσει ἄλλα λεφτὰ καὶ θὰ πάει γιὰ εθελοντὴς φρουρός. Ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, ἔτυχε στὴν ἡμέρα στὴν ὁποία οἱ ἀντάρτες ἔκαναν ἐπίθεση. Καὶ συνέλαβαν μιὰ ὁμάδα σκοπῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ παππούς μου. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνταρτῶν ἐπέλεξε νὰ ἐκτελέσει μερικοὺς χωριάτες ἐθελοντές, ἄγνωστο μὲ ποιὸ κριτήριο, δὲν θυμᾶμαι νὰ μοῦ εἶπε ἡ γιαγιά. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ ἄτυχοι ἦταν οἱ «τακτικοὶ» ἐθελοντές. Μεταξὺ τῶν ἀνταρτῶν ἦταν κάποιος ὁ ὁποῖος ἔλεγε στοὺς αἰχμαλώτους προτοῦ γίνουν οἱ ἐκτελέσεις «Ἔπρεπε νὰ ἤμουν ἐγὼ ὁ ἀρχηγός, νὰ σᾶς σκότωνα ὅλους». Ἀλλὰ ὁ ἐπικεφαλῆς ἦταν λιγότερο αἱμοβόρος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ παππούς μου στάθηκε τυχερός, καί, δὲν ξέρω πῶς, ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Μιὰ φορά, καὶ σὲ προχωρημένη ἡλικία μᾶς τὰ ἔλεγε κι αὐτός, καὶ στὸ τέλος τὸν ἔπιασαν τὰ κλάματα γιὰ κάποιον γνωστό του ἢ μᾶλλον φίλο του, ὁ ὁποῖος ἐκτελέστηκε τότε.

Αἴλιος Ἀριστείδης

2ος μ.Χ. αἰώνας, κατὰ τὸν ὁποῖο ἔζησε ὁ Πόπλιος Αἴλιος Ἀριστείδης (117 – 181 μ. Χ.), ὁ γνωστὸς ρήτορας τῆς Β΄ Σοφιστικῆς, ἔχει χαρακτηριστεῖ ἀφενὸς (ἀπὸ τὸν Γίββωνα) ὡς ἡ ἐποχὴ στὴν ὁποία ἡ Ἀνθρωπότητα ἦταν πιὸ εὐτυχισμένη ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, καὶ κυβερνιόταν μὲ Σοφία καὶ Ἀρετή. Ἀφετέρου, ὡς μιὰ «ἐποχὴ ἀγωνίας» καὶ φόβου (ἀπὸ τὸν Dodds). Συχνά, οἱ μεταγενέστερες ἀποτιμήσεις γιὰ μιὰ ἱστορικὴ περίοδο μᾶς λένε τόσα πράγματα γιὰ τὴν συγκεκριμένη ἀποτιμώμενη περίοδο ὅσα μᾶς λὲν καὶ γιὰ τὴ μεταγενέστερη ἐποχή, στὴν ὁποία ὁ ἀποτιμῶν ἔζησε. Στὴν πρώτη περίπτωση (Γίββων), ἔχουμε τὴν ἐχθρότητα τοῦ Διαφωτισμοῦ γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀκολούθησε τὸν εἰδυλλιακὸ 2ο αἰ. (ἐποχὴ τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου, 161-180). Στὴν δεύτερη κρίση, ἔχουμε τὴν μεταφορὰ τῆς μεταπολεμικῆς καὶ ψυχροπολεμικῆς ἀνασφάλειας καὶ φόβου τοῦ ‘60 στὴν Ἀρχαιότητα, τὴν ἐποχὴ μετὰ τὸν Μάρκο Αὐρήλιο. Φαντάζομαι ὅτι ἡ δική μας ἐποχὴ κινδυνεύει παρομοίως νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς μιὰ ἐποχὴ «ἀπελευθέρωσης» καὶ εὐτυχίας ἢ ὡς ἐποχὴ στὴν ὁποία συντελέστηκε ἡ ὁριστικὴ ἐπανυποδούλωση στὸν ὁλοκληρωτισμό. 

Σὲ κάθε περίπτωση, νηστεῖες, ἀλουσία, θαύματα καὶ πραγμάτωση θεϊκῶν ἐντολῶν, συναξάρια καὶ παραμερισμὸς τῆς ἰατρικῆς, εἶναι παρόντα στὰ κείμενα τοῦ Αἴλιου Ἀριστείδη. Ὁ Αἴλιος Ἀριστείδης δὲν ἦταν κάποιος ὑποχόνδριος, ἀμόρφωτος θρησκόληπτος. Ἀλληλογραφοῦσε μὲ αὐτοκράτορες, τοῦ δόθηκαν ἀνωτερα ἀξιώματα, καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους ἐκπροσώπους τῆς Δεύτερης Σοφιστικῆς.

Πόπλιος Αἴλιος Ἀριστείδης, Ἱεροὶ Λόγοι, ἀποσπάσματα (μτφ. Γ. Γιατρομανωλάκης):

1.6
Ὁ θεὸς [Ἀσκληπιός] μὲ προστάζει ἀλουσία

1.55
Σύμφωνα μὲ ὅσα εἶδα [στὸ ὄνειρο], εἶχα τὴν ἰδέα πὼς ἔτσι δηλώνεται νηστεία […] Ὡστόσο, παρακαλοῦσα τὸν θεὸ [Ἀσκληπιό] νὰ δώσει σαφέστερα σημάδια τί πραγματικὰ ἐννοεῖ, νηστεία ἢ ἐμετό;

1.57
Αὐτὰ τὰ ὀνείρατα μοῦ παρουσιάστηκαν τὴν ὥρα ποὺ εἶχε φτάσει ὁ γιατρὸς καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ μοῦ προσφέρει βοήθεια μὲ ὅσες γνώσεις διέθετε. Ὅταν ὅμως ἄκουσε τὰ ὄνειρα, ὡς μυαλωμένος ἄνθρωπος, ὑποχώρησε στὸν θεὸ [Ἀσκληπιό] καὶ ἀναγνωρίσαμε ποιὸς ἦταν ὁ ἀληθινὸς καὶ ὁ προσήκων ἰατρός μας καὶ ἐκτελούσαμε ὅσα εἶχε προστάξει. Πέρασα τὴ νύχτα χωρὶς καθόλου νὰ ὑποφέρω.

1.59
Ἔχω νὰ πάρω λουτρὸ πέντε συνεχόμενα χρόνια καὶ κάποιους μῆνες. Παραλείπω τὶς φορὲς ποὺ σὲ ὥρα χειμῶνος μὲ πρόσταξε [ὁ Ἀσκληπιός] νὰ χρησιμοποιῶ θάλασσα, ποταμοὺς ἢ πηγάδια.

1.62-63
Οἱ γιατροὶ φώναζαν καὶ πρότειναν τὰ πάντα […] Ὁ θεὸς ὅμως εἶχε διαφορετικὴ ἄποψη καὶ μοῦ εἶπε νὰ ἐπιδείξω ἀντοχὴ καὶ νὰ θρέψω τὸν ὄγκο. Καὶ προφανῶς δὲν ὑπῆρχε θέμα ἂν ἔπρεπε νὰ ἀκούσω τοὺς γιατροὺς ἢ τὸν θεό.

1.67-68
(μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ὄγκου) Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα οἱ γιατροὶ σταμάτησαν τὶς δικαιολογίες τους, ἐξέφραζαν γιὰ κάθε πράγμα τὸν ὑπερβολικό τους θαυμασμὸ ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρόνοια τοῦ θεοῦ […] Ὑποστήριζαν ὅτι χρειαζόταν ἐξάπαντος ἐγχείρηση, διαφορετικὰ τὸ δέρμα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀρχικὴ κατάσταση. Πίστευαν μάλιστα ὅτι ὡς πρὸς αὐτὸ θὰ ἔδειχνα ὑποχωρητικότητα, ἀφοῦ εἶχαν ἤδη πραγματοποιηθεῖ ὅσα εἶχαν σχέση μὲ τὸν θεό. Ὁ θεὸς ὅμως οὔτε καὶ αὐτὸ τοὺς ἐπέτρεψε.

2.21
Ὅταν ἔφτασα στὸ ποτάμι,…ὄντας γεμάτος θέρμη ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ θεοῦ, πέταξα τὰ ροῦχα μου…κατευθύνθηκα ἐκεῖ ὅπου ἦταν τὸ βαθύτερο σημεῖο τοῦ ποταμοῦ. […] Ὅταν βγῆκα ἔξω… τὸ σῶμα μου ἦταν ὁλωσδιόλου ἀνάλαφρο. Μεγάλη ἦταν τότε ἡ βοὴ καὶ τῶν παρευρισκομένων καὶ ὅσων κατέφθαναν, φωνάζοντας: «Μέγας ὁ Ἀσκληπιός»

2.39-42
Τὰ παράτησαν καὶ οἱ γιατροί, τελικὰ ἔχασαν κάθε ἐλπίδα… […] Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ Σωτήρας Ἀσκληπιὸς μὲ γυρίζει ἀπότομα πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ πλευρὰ τοῦ κρεβατιοῦ. Ἀμέσως σχεδὸν ἐμφανίζεται ἡ Ἀθηνᾶ…στὴν ἐμφάνιση ἴδια μὲ τὴν Ἀθηνᾶ τοῦ Φειδία στὴν Ἀθήνα. Ἀλλὰ καὶ ἡ αἰγίδα εὐωδίαζε γλυκύτατα […] ἡ θεὰ μὲ παρηγόρησε καὶ μὲ ἔσωσε

2.73
Κάθε φορὰ ποὺ ὁ θεὸς συνιστοῦσε καὶ ὅριζε μὲ σαφήνεια τὴν ἴδια δίαιτα…αὐτὰ ἐπέφεραν στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή μου σωτηρία, δύναμη, ἀνακούφιση, ἀγαθὴ διάθεση καὶ ὅλα τὰ καλά. Ἐνῶ ὅταν κάποιος ἄλλος μὲ συμβούλευε χωρὶς νὰ ἐννοεῖ τὴ βούληση τοῦ θεοῦ, ὅλα αὐτὰ εἶχαν ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀποτελέσματα

2.77
Πάλι σὲ ἐποχὴ χειμωνιάτικη μὲ παγετὸ καὶ ψυχρότατο ἄνεμο μὲ διατάζει [ὁ Ἀσκληπιός] νὰ πάρω πηλό, νὰ περιχυθῶ μὲ αὐτόν, νὰ καθίσω στὴν αὐλὴ τοῦ ἱεροῦ Γυμνασίου καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν Δία…Καὶ αὐτὰ ἔγιναν μπροστὰ σὲ πολλοὺς θεατές

3.9
Τοῦ εἶπα πάντως πὼς ὅσον ἀφορᾶ τὸ αἷμα μου δὲν ἔχω καμιὰ κυριότητα οὔτε νὰ κάνω οὔτε νὰ μὴν κάνω κάτι. Ἕως ὅτου ὁ θεὸς μὲ προστάζει νὰ τὸ ἀφαιρῶ, θὰ πρέπει νὰ τὸν ὑπακούω, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας.

3.15
…Ὁ θεὸς τοῦ παρουσιάστηκε σὲ ὄνειρο…καὶ τοῦ εἶπε, ἀναφερόμενος σὲ μένα, πὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρέσω τὰ κόκκαλά μου καὶ νὰ τοποθετήσω νεῦρα, ἐπειδὴ τὰ ὑπάρχοντα εἶχαν καταπονηθεῖ. […] Ὅμως ὁ θεὸς τοῦ εἶπε, σὰν παραμυθία καὶ ὁδηγία, πὼς δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀφαιρέσω ἀμέσως τώρα τὰ κόκκαλα...

3.34-36
Ἀπέφευγα ἐπίσης ὅλα τὰ λαχανικά […] Κάποτε μὲ πρόσταξε [ὁ Ἀσκληπιός] νὰ παίρνω ἀποκλειστικὰ μόνο μία τροφή. Κι ἐγὼ ἔτρωγα πετεινάρι, μολονότι αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ἦταν γιὰ μένα πολὺ δύσκολη. […] Ἕξι χρόνια ἐπίσης δὲν ἔτρωγα καθόλου ψάρι. Χοιρινὸ κρέας δὲν ξέρω πόσο καιρό. […] Μοῦ ἔδωσε [ὁ Ἀσκληπιός] φάρμακα καὶ γιὰ τὰ δόντια μου. Τὸ πρῶτο ἦταν τὸ ἑξῆς: «Πάρε ἕνα δόντι ἀπὸ λιοντάρι. Τρίψε το καλὰ καὶ μετὰ χρησιμοποίησέ το σὰν ὀδοντόσκονη»

3.41
Ἕξι μέρες περίπου προτοῦ ἀρχίσουν οἱ σεισμοί, μοῦ ἔδωσε [ὁ Ἀσκληπιός] ἐντολὴ νὰ κάνω θυσίες καὶ νὰ ἐγκαταστήσω βωμοὺς στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου τοῦ Ἄτυος. […] Μόλις εἶχαν ὅλα αὐτὰ τελειώσει ἦταν ποὺ χτύπησε ὁ σεισμὸς…Τίποτε δὲν ἔμεινε ὄρθιο…Ὅμως ψηλὰ πρὸς τὸν Ἄτυ ὁ σεισμὸς δὲν προχώρησε

4.50
…Στὴν ἀρχὴ ἐμφανίστηκε τὸ ἱερὸ ἄγαλμα [τοῦ Ἀσκληπιοῦ] νὰ ἔχει τρία κεφάλια καὶ νὰ λάμπει ὁλόγυρα ἀπὸ φλόγες, ὅμως τὰ κεφάλια δὲν ἔλαμπαν. […] Τότε ὁ θεός, ἔχοντας τὸ σχῆμα μὲ τὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται στὰ ἀγάλματά του, κάνει νεῦμα νὰ βγοῦμε ἔξω. Ἄρχισαν ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ προχωροῦν πρὸς τὴν ἔξοδο, κι ἔκανα κι ὁ ἴδιος στροφὴ γιὰ νὰ βγῶ, ὅμως ὁ θεὸς μοῦ δείχνει μὲ τὸ χέρι τοῦ νὰ παραμείνω. Περιχαρὴς…ἀναφώνησα «Ὁ Ἕνας!» ἐννοώντας τὸ θεό. Αὐτὸς ὅμως εἶπε «Ἐσὺ εἶσαι!» Γιὰ μένα, δέσποτα Ἀσκληπιέ, αὐτὴ ἡ παρατήρηση ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀνθρώπινο βίο, καὶ κάθε ἀρρώστια εἶναι κατώτερή της, καὶ κάθε χάρη κατώτερή της. Αὐτὴ ἡ προσφώνηση μοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη καὶ τὴ θέληση νὰ ζήσω.