Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εράτυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εράτυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Κατοχὴ στὸ χωριό


Μερικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὴν Κατοχὴ στὸ χωριό μου, τὴν Ἐράτυρα. Ἡ γιαγιά μου θυμᾶται τοὺς Γερμανοὺς ποὺ ἦρθαν καὶ ἔπαιρναν καθένας ἀπὸ μία ντομάτα ἀπὸ τὶς ντομάτες ποὺ εἶχε ἕτοιμες πρὸς πώληση γιὰ τὸ παζάρι ὁ σύζυγός της. Αὐτὸς ἤθελε νὰ τοὺς σταματήσει ἀλλὰ ἐκείνη τὸν ἐμπόδισε. Τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὅτι καθένας ἔπαιρνε μόνο μία, κι ὅλοι ἔλεγαν «γκούτ, γκούτ». Τοῦ ἔμεινε ἡ ἀνάμνηση τῆς λέξης. Ὁ πατέρας μου, πάλι, θυμᾶται τοὺς πανηγυρισμοὺς ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κορυτσᾶς, τὶς καμπάνες κ.λπ. Ἐπίσης, ὅταν τοὺς μαζέψανε ὅλους στὴν πλατεία προκειμένου νὰ ψάξουν (στὰ σπίτια;) τὸν ἀντάρτη ποὺ τραυμάτισε ἕναν Γερμανὸ κάπου ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Ἐὰν τὸν ἔβρισκαν, θὰ τὸ καίγανε, μοῦ ἔλεγε ὁ πατέρας. Ὁ ἀντάρτης ἦταν καλὰ κρυμμένος κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα ποὺ ἀνέβαζε στὸν γυναικωνίτη, μέσα στὰ σκαλοπάτια, ἀλλὰ ἐξαιτίας τοῦ ἄγχους καὶ τῆς εἰκοσιτετράωρης παραμονῆς (ἀκινησία κ.λπ.) ἔχασε τὰ λογικά του, καὶ τελικὰ μπῆκε στὸ τρελλάδικο.

Σλαβικὲς λέξεις στὸ χωριό.


Σλαβικῆς προέλευσης λέξεις ποὺ θυμᾶμαι ἀπὸ τοὺς παπποῦδες μου καὶ τοὺς γονεῖς μου καὶ τὶς βρῆκα στὸ ἄρθρο αὐτό, τὸ ὁποῖο περιέχει καὶ μερικὲς ἄλλες λέξεις τοῦ χωριοῦ, ὄχι πολλές, τὶς ὁποῖες ὅμως δὲ θυμᾶμαι νὰ ἄκουσα νὰ χρησιμοποιοῦνται:
-ἀβραϊά (δὲν γνώριζα τί σήμαινε, μᾶλλον κάτι σὲ «στὴν ἄκρη»)
-βλιούσκα (βιλιούσκα στὸ ἄρθρο), τὸ πιρούνι. Ὁ παππούς μου ἔλεγε τῶν παιδιῶν του νὰ μὴ τὸ χρησιμοποιοῦν, ἔτσι μοῦ εἶπε ἡ μητέρα μου.
-βερβερίτσα (βιρβιρίτσα στὸ ἄρθρο), σκίουρος.
-γκόρτσα (πλ. τοῦ γκόρτσου), ἀχλάδια ἄγρια.
-γκουστουρίτσα (γκουστιαρίτσα στὸ ἄρθρο), σαύρα, μικρή.
-γκριώνω, (γκιριλώνω στὸ ἄρθρο), πνίγω.
-κογκούλι (κόγκουλ), ποὺ δὲν εἶχα καταλάβει ὅμως τί σήμαινε.
-κόλιαντα, τὰ γνωστά μας κάλαντα.
-κοπάνα, ἡ (κουπάνα στὸ ἄρθρο), ἡ σκάφη.
-κρέχτος (κρέχτους, στὸ ἄρθρο), δροσερός. Κρέχτο εἶναι τὸ νερό.
-λίγκαβος (λίγκαβους, στὸ ἄρθρο) βρώμικος. Τὸ θυμᾶμαι νὰ τὸ λένε γιὰ ροῦχα ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπους.
-λουζιάσ’κα, ἀόριστος (λουζγιάζου, στὸ ἄρθρο), τά ‘χασα, μπερδεύτηκα.
-μπράτιμος (μπράτιμους, στὸ ἄρθρο), φίλος τοῦ γαμπροῦ, κάνει διάφορες δουλειὲς στὸ τραπέζι φορώντας ἄσπρη ποδιά. Μοῦ φαινόταν ἀστεῖο, ὅταν ἤμουν μικρός.
-σκαρκάλ, ἔντομο (στὸ ἄρθρο λέει ὅτι στὸ χωριὸ σήμαινε τὴν ἀκρίδα, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς).
-σκράπα, θυμᾶμαι μόνο ὅτι τὴν ἔλεγαν, σημαίνει σκορπιός, καὶ τέτοιους δὲν εἶδα ποτὲ στὸ χωριό.
-ροποτάω/ρουπουτῶ (τρουπουτῶ, στὸ ἄρθρο). «Τὰ ποντίκια ροποτοῦν / ροποτοῦσαν» στὸ διάστημα μεταξὺ ταβανιοῦ καὶ σκεπῆς, στὸ πατρικὸ τοῦ πατέρα. Εἶναι καὶ βλάχικο.
Σλάβους κ.λπ. δὲν εἴχαμε στὸ χωριό, τουλάχιστον κατὰ τὸν 18ο καὶ 19ο αἰ. μὲ βάση τὰ γραπτὰ ἀρχεῖα, ἕνα χωριὸ ποὺ ὑπάρχει κάτι παραπάνω ἀπὸ 500 χρόνια (1515, ἡ πρώτη γραπτὴ μνεία). Οὔτε ἐμφανίστηκε ποτὲ ἡ βουλγαρικὴ Ἐξαρχία. Ἄλλωστε, οἱ παραπάνω λέξεις εἶναι λιγοστές. Μὲ ἑλληνικὰ σχολεῖα (τριτάξιο γυμνάσιο, παρθεναγωγεῖα κ.λπ.) κατὰ καιροὺς στὴν Τουρκοκρατία μετὰ τὸ 1699, ἡ «σλαβικότητα» τῶν ὀνομάτων, πέρα ἀπὸ μὴ συνειδητή, ἦταν κάτι τὸ ἐξωτικό, εἰδικὰ γιὰ μένα ὅταν ἄκουγα αὐτὲς τὶς λέξεις. Τόσο ἐξωτικὸ ὅσο τὸ «χλιάρ’» ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ κοχλιάριον.


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Ἐμφύλιος στὸ χωριό - μαρτυρίες

Στὸ χωριό μου, τὴν Ἐράτυρα Κοζάνης, ἔλαβαν χώρα μάχες κατὰ τὸν Ἐμφύλιο. Μοῦ ἔχει πεῖ ὁρισμένα ἡ γιαγιά μου, ἀλλὰ ἔχω ξεχάσει κάποια. Ἐδῶ, ὅ,τι κράτησα ἀπὸ τὶς ἠχογραφήσεις, καὶ θυμᾶμαι.

Ὅταν ἦρθαν οἱ ἀντάρτες ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ, ἡ ἀντάρτισσα ποὺ μπῆκε στὴν αὐλὴ τῆς εἶπε (τὴν ἀποκάλεσε καὶ «συντρόφισσα») νὰ δώσουν κάποια πράγματα (ροῦχα, τρόφιμα) γιατὶ ἀλλιῶς θὰ ἔμπαιναν σπίτι παίρνοντας πολὺ περισσότερα. Τότε ἡ γιαγιά μου πρέπει νὰ ἦταν 23-26 χρόνων, μὲ τρία παιδιά. Φυσικά, τῆς ἔδωσε ὅ,τι ζήτησε. Τὸ χωριὸ εἶχε καταληφθεῖ γιὰ κάποιο διάστημα ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες.

Ἔπειτα, ἐπειδὴ τὸ σπίτι ἦταν στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, χρησίμευσε —κατὰ τὴν ἀνακατάληψη τοῦ χωριοῦ ἀπὸ τὸν κυβερνητικὸ στρατό— ὡς καλὴ θέση γιὰ στήσιμο πολυβολείου. Ἔριχναν, λοιπόν, ἀπὸ τὸν πρῶτο ὄροφο οἱ κυβερνητικοὶ κατὰ τοῦ καμπαναριοῦ ὅπου βρίσκονταν οἱ ἀντάρτες, καὶ φυσικὰ οἱ τελευταῖοι ἀνταπέδιδαν. Μὲ ἀποτέλεσμα, μιὰ ἀντάρτικη βολὴ νὰ βρεῖ τὸ σπίτι, εὐτυχῶς δίχως θύματα γιὰ τὴν οἰκογένειά μου.

Σὲ μιὰ ἄλλη φάση, ὅπου –μετὰ τὴν ἐκδίωξη τοῦ ΔΣΕ ἀπὸ τὸ χωριό– οἱ ἀντάρτες ἔφευγαν πρὸς τὰ βουνά, τὸ πολυβόλο χειριζόταν ἕνας φαντάρος ὁ ὁποῖος μᾶλλον δὲν εἶχε διάθεση νὰ σκοτώσει ἕναν ἀντάρτη ποὺ διακρινόταν ἐμφανῶς καθὼς διέφευγε στὰ βουνά, καὶ βάραγε «στὸ γάμο τοῦ Καραγκιόζη» ἀντὶ νὰ σκοπεύσει καλά. Ὁ ἀξιωματικός του, ὀργισμένος τότε γιὰ τὴν ἠθελημένη ἀστοχία, τὸν πετάει στὴν ἄκρη, πιάνει τὸ ὅπλο ὁ ἴδιος καὶ μὲ ἕνα χτύπημα ἀφήνει νεκρὸ τὸν ἀντάρτη, ποὺ βρισκόταν ἀρκετὲς ἑκατοντάδες μέτρα μακριά.

Ἕνα τρίτο ἐπεισόδιο ἀφορᾶ κάποιον ἀντάρτη τοῦ χωριοῦ, γνωστὸ τοῦ πατέρα τῆς γιαγιᾶς μου, ὁ ὁποῖος ἀντάρτης κρυβόταν στὰ βουνά (δὲν ξέρω σὲ ποιὰ περίοδο, ἴσως μεταξὺ Δεκεμβριανῶν καὶ ἔναρξης τοῦ Ἐμφύλιου) καὶ εἶπε —ὄντας στὰ βουνὰ— στὸν βοσκὸ προπαπποῦ μου, ποὺ ἦταν κι αὐτὸς στὰ βουνὰ μὲ τὰ πρόβατα, ὅτι σκοπεύει νὰ παραδοθεῖ γιατὶ ἀναγγέλθηκε ἀμνηστία σὲ ὅλους. Ὁ προπαππούς μου τοῦ συνέστησε νὰ μὴν παραδοθεῖ γιατὶ θὰ ἔχει κακὸ τέλος. Ὅμως, ὁ ἀντάρτης δὲν πείστηκε, παραδόθηκε, καὶ γιὰ κακή του τύχη συνελήφθη, δικάστηκε κι ἐκτελέστηκε.

Ἡ γιαγιά μου ἔκανε λόγο καὶ γιὰ τὸ λεγόμενο παιδομάζωμα. Δὲν ἔχω ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ ἂν ἡ δεξιὰ ἢ ἡ ἀριστερὴ ἐκδοχὴ γενικὰ ἀληθεύει. Πάντως, γιὰ τὸ χωριό μου φαίνεται νὰ ἀληθεύει ἡ δεξιὰ ἐκδοχή (κι αὐτὸ τὸ λέω ἔχοντας διαβάσει κι ἄλλα γιὰ τὸ τί συνέβη στὸ χωριό). Δηλαδή, αὐτοὶ οἱ νέοι τοῦ χωριοῦ ποὺ ἐπιστρατεύτηκαν δὲν ἦταν ὅλοι κομμουνιστὲς ἢ ὑποστηρικτὲς τοῦ ΔΣΕ ἀλλὰ ὑπῆρχαν (πολλοὶ ἢ λίγοι, δὲν ξέρω, πάντως ὑπῆρχαν) ἀρκετοὶ ποὺ κυριολεκτικὰ ἀπήχθησαν καὶ στρατολογήθηκαν γιὰ τὶς στρατιωτικὲς ἀνάγκες τοῦ ΔΣΕ. Αὐτοὶ ποὺ ἀπήγαγαν τὰ παιδιὰ ἔλεγαν στοὺς συγγενεῖς τους ὅτι ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ ἢ κάτι τέτοιο. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, οἱ ἀντάρτες ἔκαναν πλιάτσικο στὰ μαγαζιὰ τοῦ χωριοῦ.
 
Ἐνῶ ὁ Ἐμφύλιος τελείωνε, κάποια στιγμὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες κατέβηκε ἀπὸ τὰ βουνὰ κι ἔκανε κήρυγμα στοὺς χωριάτες ὅτι ὅπου νά ‘ναι νικᾶνε κ.λπ. Ἡ γιαγιά μου τοῦ εἶπε «τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές, ἀφοῦ χάνετε;». Δὲν θυμᾶμαι τί τῆς ἀπάντησε. Δὲν τὴν πείραξε, ἴσως ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ κι αὐτός.
 
Ἕνα «μεταφυσικὸ» ποὺ διηγήθηκε ἡ ἐκ μητρὸς γιαγιά μου ἦταν καὶ τὸ ἑξῆς: Εἶχε σκοτωθεῖ ἕνας ἀντάρτης κάπου στὸ χωριό, καὶ εἶχε μείνει ἄταφος. Κάποιο ἀπὸ τὰ ἑπόμενα βράδια, τὸν εἶδε στὸν ὕπνο της, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τοῦ ἀνάψει κερί. Πράγμα ποὺ ἔκανε τὴν ἑπόμενη.

Τέλος, ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸν συνονόματο παππού μου. Σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ οἱ κατέχοντες τὸ χωριὸ κυβερνητικοὶ εἶχαν ἐπιβάλει στοὺς ἄοπλους ἄνδρες  τὴν ἐπιλογὴ εἴτε νὰ συμμετέχουν σὲ ὁμάδες φύλαξης τοῦ χωριοῦ ἀπὸ ἀνταρτικὲς ἐπιθέσεις εἴτε νὰ πληρώνουν κάποιο ποσὸ ποὺ δινόταν σὲ ἐκείνους ποὺ γιὰ διάφορους λόγους  προσφέρονταν νὰ γίνουν ἐθελοντὲς φρουροί. Ἡ γιαγιά μου ἀναφέρει ὅτι συνήθως ἦταν φτωχοὶ ποὺ ἤθελαν χρήματα αὐτοὶ ποὺ γίνονταν φρουροί. Ὁ παππούς μου πλήρωνε καὶ δὲν πήγαινε, ἀλλὰ μιὰ μέρα εἶπε στὴ γυναίκα του ὅτι δὲν θέλει νὰ δώσει ἄλλα λεφτὰ καὶ θὰ πάει γιὰ εθελοντὴς φρουρός. Ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, ἔτυχε στὴν ἡμέρα στὴν ὁποία οἱ ἀντάρτες ἔκαναν ἐπίθεση. Καὶ συνέλαβαν μιὰ ὁμάδα σκοπῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ παππούς μου. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνταρτῶν ἐπέλεξε νὰ ἐκτελέσει μερικοὺς χωριάτες ἐθελοντές, ἄγνωστο μὲ ποιὸ κριτήριο, δὲν θυμᾶμαι νὰ μοῦ εἶπε ἡ γιαγιά. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ ἄτυχοι ἦταν οἱ «τακτικοὶ» ἐθελοντές. Μεταξὺ τῶν ἀνταρτῶν ἦταν κάποιος ὁ ὁποῖος ἔλεγε στοὺς αἰχμαλώτους προτοῦ γίνουν οἱ ἐκτελέσεις «Ἔπρεπε νὰ ἤμουν ἐγὼ ὁ ἀρχηγός, νὰ σᾶς σκότωνα ὅλους». Ἀλλὰ ὁ ἐπικεφαλῆς ἦταν λιγότερο αἱμοβόρος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ παππούς μου στάθηκε τυχερός, καί, δὲν ξέρω πῶς, ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Μιὰ φορά, καὶ σὲ προχωρημένη ἡλικία μᾶς τὰ ἔλεγε κι αὐτός, καὶ στὸ τέλος τὸν ἔπιασαν τὰ κλάματα γιὰ κάποιον γνωστό του ἢ μᾶλλον φίλο του, ὁ ὁποῖος ἐκτελέστηκε τότε.