Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ύστερη Αρχαιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ύστερη Αρχαιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

ἡ Ὕστερη Ἀρχαιότητά μας

Μετάφραση ἀπὸ τὸ Averil Cameron, Remaking the Past, στό: G. Bowersock – P. Brown – O. Grabar (ἐκδ.), Late Antiquity, a Guide to the Postclassical World, σσ. ix-x.

Πολλὰ ἀπὸ ὅσα δημιουργήθηκαν τὴν περίοδο ἐκείνη [τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα] κυλᾶν ἀκόμη στὶς φλέβες μας. Γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια παλαιότερη περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας, ἔχουμε κληρονομήσει τὴν κωδικοποίηση τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴ βάση τοῦ δικαστικοῦ συστήματος τόσων πολλῶν κρατῶν στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική. [...] Ἡ βασικὴ δομὴ καὶ οἱ δογματικὲς διατυπώσεις τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, καὶ στὸν λατινικὸ Καθολικισμὸ καὶ στὶς πολλὲς μορφὲς τοῦ Ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ, προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη [...] Ἀκόμη καὶ ἡ πρόσβασή μας στοὺς προγενέστερους κλασσικοὺς τοῦ ἀρχαίου κόσμου, στὰ Λατινικὰ καὶ τὰ Ἑλληνικά, κατέστη πιθανὴ μόνο διὰ τῆς ἀντιγραφικῆς δραστηριότητας τῶν Χριστιανῶν τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας καθὼς καὶ τῶν συνεχιστῶν τους στὴν πρώιμη μεσαιωνικὴ περίοδο, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν σὲ ἕνα ἀτελείωτο, δίχως καταστάλαγμα, διάλογο μὲ τὸ δικό τους παγανιστικὸ παρελθόν.

Συγκρινόμενη μὲ τοὺς ἀκλόνητους, σχεδὸν ἀόρατους θεμελιώδεις θεσμοὺς καὶ ἰδέες ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα καὶ ἀκόμη βρίσκονται στὰ θεμέλια τοῦ κόσμου μας, ἡ προγενέστερη κλασσικὴ περίοδος τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἔχει μιὰ ὀνειρική, σχεδὸν πανάλαφρη ποιότητα. Εἶναι ἡ ὀνειρικὴ στιγμὴ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ ὡς μιὰ μηδέποτε ἀποτυγχάνουσα πηγὴ ἔμπνευσης.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς μέσο ἔκφρασης μὴ ἑλληνικῶν ἀντιλήψεων

 ...Τὸ πρόβλημα ἐντοπίζεται σ' αὐτὴ καθαυτὴ τὴν ἔννοια τοῦ ἐξελληνισμοῦ. Εἶναι ἕνα μέτρο ἄχρηστο γὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ἔννοιας τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Οὔτε κἂν λέξη δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα τῆς κλασικῆς ἢ βυζαντινῆς περιόδου ποὺ νὰ δηλώνει τὴν ἔννοια τοῦ ἐξελληνισμοῦ. Ὁ ἑλληνισμὸς ἦταν μιὰ γλώσσα κι ἕνας πολιτισμὸς στὸν ὁποῖον μποροῦσαν νὰ μετέχουν λαοὶ ἐντελῶς διαφορετικοὶ μεταξύ τους. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ τὸν κάνει τόσο ξεχωριστό. [...] Ὁ ἑλληνισμός, λέξη γνήσια ἑλληνικὴ ποὺ ἀποδίδει τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, δηλώνει γλώσσα, σκέψη, μυθολογία καὶ εἰκόνες ποὺ συγκροτοῦν ἕνα ἐξαιρετικὰ εὐέλικτο μέσο πολιτιστικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἔκφρασης. Ἕνα μέσο ὄχι ἀναγκαστικὰ ἀντίθετο στὶς τοπικὲς ἢ αὐτόχθονες παραδόσεις. Ἀντίθετα παρεῖχε στὶς παραδόσεις αὐτὲς ἕναν νέο, πιὸ καλλιεργημένο τρόπο νὰ ἐκφραστοῦν.

G. Bowersock, Ὁ Ἑλληνισμὸς στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα, σσ. 26-27.

Τρίτη 25 Μαΐου 2021

Διδάγματα ἀπὸ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα

 

Ἀπὸ τὸ P. Brown, Ὁ Κόσμος τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας:

«Οι χριστιανοί είχαν κερδίσει έδαφος σε εκείνες ακριβώς τις περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που βγήκαν από την κρίση του 3ου αιώνα με τις λιγότερες απώλειες. Πέπλο σιωπής σκέπασε τις επίμονα παγανιστικές επαρχίες της Δύσης. Αντίθετα, η Συρία και η Μικρά Ασία με τη ζωηρή παρουσία του χριστιανικού στοιχείου ξεχώριζαν ολοένα και πιο έντονα για την οικονομική τους ευημερία και τις πνευματικές αναζητήσεις τους. […] Ο χριστιανισμός είχε εξελιχθεί σε μια εκκλησία έτοιμη να απορροφήσει μια ολόκληρη κοινωνία….Ο ασπασμός του χριστιανισμού από ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα το 312 δεν θα μπορούσε να συμβεί –ή, αν συνέβαινε, θα αποκτούσε ένα τελείως διαφορετικό νόημα– αν δεν είχε προηγηθεί, επί δύο γενεές, ο ασπασμός της κουλτούρας και των ιδανικών του ρωμαϊκού πολιτισμού από το χριστιανισμό. […] Για τον Ωριγένη και τους μαθητές του, ο χριστιανισμός ήταν η "φυσική", η "πρωταρχική" θρησκεία. Τους "σπόρους" της χριστιανικής διδασκαλίας τους είχε σπείρει ο Χριστός σε κάθε άνθρωπο. …Ο Χριστός λοιπόν, είχε "φροντίσει" ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο ελληνικός πολιτισμός –ιδίως την ελληνική φιλοσοφία και ηθική– όπως, σκοπίμως είχε αποκαλύψει το Νόμο στους Εβραίους· η ίδρυση της οικουμενικής χριστιανικής εκκλησίας από τον Χριστό είχε επίτηδες συμπέσει με την εδραίωση της οικουμενικής ρωμαϊκής ειρήνης από τον Αύγουστο. Άρα ένας χριστιανός δεν μπορούσε να απορρίψει ούτε την ελληνική κουλτούρα ούτε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, χωρίς να φαίνεται πως στρέφει τα νώτα του στην καθορισμένη από τον Θεό πρόοδο της ανθρωπότητας….Ο Ωριγένης και οι διάδοχοί του δίδαξαν τους εθνικούς ότι με το να γίνουν χριστιανοί εγκατέλειπαν ένα συγκεχυμένο και υπανάπτυκτο στάδιο ηθικής και πνευματικής ανάπτυξης, και προχωρούσαν στην καρδιά του πολιτισμού. Στις σαρκοφάγους και στις τοιχογραφίες του τέλους του 3ου αιώνα, ο Χριστός εμφανίζεται …ντυμένος με το απλό ιμάτιο ενός καθηγητή φιλολογίας να μιλάει –όπως θα είχε κάνει ο Ωριγένης– σ’ έναν ήσυχο κύκλο ευπρεπών μαθητών. …[οι Απολογητές] υποστήριζαν ότι ο χριστιανισμός ήταν η μόνη εγγύηση αυτού του πολιτισμού – ότι οι καλύτερες παραδόσεις της κλασικής φιλοσοφίας και τα υψηλά πρότυπα της κλασικής ηθικής μπορούσαν να διαφυλαχθούν από την απειλή των βαρβάρων μόνο αν επικυρώνονταν από τη χριστιανική αποκάλυψη»

«Στα τέλη του 3ου αιώνα…σε πολλές αγροτικές περιοχές, από τη Βρετανία ώς τη Συρία, αρχαϊκές λατρείες χωρίς καμιά συγγένεια με τους κλασικούς Ολύμπιους ύψωναν πάλι το κεφάλι τους πιο επίμονα από ποτέ»

«Όταν συγκρίνουμε τις τραχιές, ένστολες μορφές του Διοκλητιανού και των συνεργατών του με τις υπέροχες κλασικές σαρκοφάγους της σύγχρονης χριστιανικής ανώτερης τάξης, αντιλαμβανόμαστε πως, μπροστά στο απειλούμενο χάσμα ανάμεσα στους νέους αφέντες της αυτοκρατορίας και τις παραδόσεις των αρχαίων πόλεων, η παλιά διαίρεση μεταξύ παγανιστών και χριστιανών πολιτών ήταν πλέον ασήμαντη. Αν μη τι άλλο, γύρω στο 300…στον πολιτισμένο ελληνικό κόσμο ο λατινόφωνος στρατιώτης ήταν τώρα ο ξένος»

«Για τον Ιουλιανό ο "ελληνισμός" είχε πολύ αδύναμες ρίζες σε μια καθυστερημένη επαρχία όπως η Καππαδοκία. Οι χριστιανοί επίσκοποι στις πόλεις της Καππαδοκίας όμως, αν και προέρχονταν από την ίδια τάξη με τους παγανιστές συναδέλφους τους, αποθαρρύνονταν λιγότερο από τη δυσθεράπευτη "βαρβαρότητα" του ντόπιου πληθυσμού. Του έκαναν επίμονα κηρύγματα στα ελληνικά· τον στρατολογούσαν σε ελληνόφωνα μοναστήρια· έστελναν ελληνόφωνους ιερείς στην επαρχία. Η Καππαδοκία παρέμεινε ελληνόφωνη επαρχία ώς τον 14ο αιώνα»

«Τον 3ο αιώνα, η χριστιανική εκκλησία αποτελούσε μια μικρή κοινότητα "μυημένων". Όσοι είχαν υποβληθεί στο "μυστήριο" του βαπτίσματος συγκαταλέγονταν ήδη ανάμεσα σε αυτούς που είχαν "σωθεί". Αλλά στα τέλη του 4ου αιώνα ήταν πολύ λιγότερο βέβαιο πως εκείνοι που είχαν δεχτεί ένα τυπικό βάπτισμα σε τούτο τον κόσμο θα σώζονταν στον άλλον. Το άγχος των ανθρώπων, λοιπόν, μετατοπίστηκε σε ένα πιο απόμακρο γεγονός: στην καθοριστική εκκαθάριση λογαριασμών κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Η πρώιμη εικονογραφία της μετά θάνατον ζωής, που έδειχνε μια ήσυχη ομάδα μυημένων να χαίρονται την ειδυλλιακή παροστασία σ’ έναν άλλο κόσμο –κάτω από τον ξέσταρο ουρανό ή στη σκιά ενός δέντρου– αντικαταστάθηκε από τη φοβερή εικόνα του Χριστού ως Αυτοκράτορα και Δικαστή, μπροστά στο θρόνο Του οποίου μια μέρα θα κρινόταν ολόκληρος ο πληθυσμός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

ἰδεολογικὰ ρεύματα τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας

 

...Μεταξὺ 235 καὶ 284 δὲν ὑπάρχει σχεδὸν καθόλου ἐθνικὴ λατινικὴ γραμματεία […] Ἡ Ρώμη, ὡς πνευματικὸ κέντρο, γνωρίζει σταδιακὴ παρακμή, καθὼς πολλοὶ συγγραφεῖς κατάγονται πλέον ἀπὸ τὴν Ἀφρική (2ος – 4ος αἰώνας) καὶ κατὰ δεύτερο λόγο ἀπὸ τὴ Γαλατία (5ος αἰώνας), τὴν Ἰταλία (6ος αἰώνας) καὶ τὴν Ἱσπανία (4ος – 8ος αἰώνας).

 

[…] …παρατηρουμε, λίγο πρὶν καὶ κατὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανισμοῦ, τὴν κυριαρχία ἀντιλήψεων ποὺ ἐμμένουν κυρίως στὸ πρακτικὸ της μέρος, παρὰ στὸ θεωρητικό. Τόσο ὁ ἐπικουρισμὸς…ὅσο καὶ ὁ στωικισμός…ἑστιάζουν τὴ διδασκαλία τους περισσότερο στὶς ἠθικὲς στάσεις ζωῆς· δηλαδή, σὲ τρόπους ἀτομικῆς κυρίως συμπεριφορᾶς, τοὺς ὁποίους ὁ καθένας θὰ μποροῦσε σχετικὰ εὔκολα ν’ ἀκολουθήσει. […] Ἀπὸ τὸν δεύτερο αἰώνα καὶ μετά, σημειώνεται οὐσιαστικὰ τὸ τέλος τόσο τοῦ στωικισμοῦ, ὅσο καὶ τοῦ ἀριστοτελισμοῦ … μετὰ τὸ ἀριστοτελικὸ Ἀλέξανδρο Ἀφροδισιέα (Σχολάρχης Ἀθηνῶν 198-211), δὲν συναντοῦμε πιὰ στοχαστὲς ποὺ νὰ ἐκφράζουν σαφῶς αὐτὰ τὰ δυὸ μεγάλα ἰδεολογικὰ ρεύματα. Ἀλλὰ καὶ ὁ κύριος ἀντίπαλος τοῦ στωικισμοῦ, ὁ ἐπικουρισμός, μὲ τὴν ἀντίθεσή του…δὲν δίνει ὀνομαστοὺς φιλοσόφους μετὰ τὸν δεύτερο αἰώνα. […]

Ὅλοι οἱ μελετητὲς ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ γενιὰ ποὺ ἀκολούθησε τοὺς μαθητὲς τῶν ἀποστόλων γνώρισε μιὰ μεγάλη ἐσωτερικὴ κρίση. Οἱ διασπάσεις καὶ οἱ φατριασμοὶ μέσα στὴν χριστιανικὴ κοινότητα ἦταν, βέβαια, γεγονὸς ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο 100 – 180 ἡ Ἐκκλησία εἰσῆλθε σ’ ἕνα σκοτεινὸ «τοῦνελ» ἐσωστρέφειας, μέσα στὸ ὁποῖο ἀντιμετώπισε τρομερὲς διαμάχες μὲ τὸν ἰουδαϊσμό –εἰδικὰ μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων τὸ 70 μ.Χ. γιὰ τὴν ὁποία θεωρήθηκε «ὑπεύθυνη»– καὶ κυρίως μὲ τὸν γνωστικισμό. Σ’ αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ τὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὴν καθυστέρηση τῆς ὑπεσχεμένης Δευτέρας Παρουσίας…

Τὸ τί συνέβη κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ τὸ γνωρίζουμε ἐπακριβῶς, κι ἴσως νὰ μὴν τὸ μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε μόνο ὅτι βγαίνοντας ἀπ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη ἀναμέτρηση, ἡ Ἐκκλησία εἶχε μιὰ διαμορφωμένη, σὲ μεγάλο βαθμό, διδασκαλία, ὁμολογία βαπτίσματος, κανόνα βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ νέα ἱεραρχικὴ ὀργάνωση μὲ ἐπισκόπους. […] Στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰώνα, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζεται πιὸ σίγουρη γιὰ τὶς δογματικὲς διδασκαλίες της. Ἡ νίκη της στὴ μεγάλη μάχη μὲ τὴν ἀτομοκρατικὴ-πνευματοκρατικὴ αὐθαιρεσία τοῦ γνωστικισμοῦ…τῆς εἶχε ἐξασφαλίσει ἐπιπλέον ἕνα πολύτιμο θεσμό: αὐτὸν τοῦ μονάρχη ἐπισκόπου, τὴ συγκεντρωτική, δηλαδή, μορφὴ ἐξουσίας, ποὺ χρειαζοταν γιὰ νὰ…πειθαρχήσει τὶς φυγόκεντρες δυνάμεις. […]

Ἂν ὁ χριστιανισμὸς δὲν διεκδικοῦσε καὶ δὲν προστάτευε μὲ τόσο ἀσυμβίβαστα ἀπόλυτο τρόπο τὴν αὐτοτέλεια καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του, θὰ εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ μία ἀπ’ τὶς ἑκατοντάδες ἄλλες θρησκευτικὲς κοινότητες τῆς πλουραλιστικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ποὺ γρήγορα ἐνσωματώνονταν στὶς παλιότερες πεποιθήσεις, καλύπτοντας λατρευτικὰ κενὰ καὶ ἐλλείψεις θεοτήτων σὲ πιὸ ἐξειδικευμένους τομεῖς τῆς ζωῆς.

Δ. Ἀγγελῆς, Ἰδεολογικὰ ρεύματα τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας, Ἀθήνα 2005, σσ. 29 – 56.

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Οἱ πρόσφυγες στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα


R. Mathisen, Refugees, στό: G. W. Bowersock – P. Brown – O. Grabar (ἐκδ.), Late Antiquity. A Guide to the Post-Classical World, Cambridge MA 1999, 665-666:


Στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα […] πολλοὶ (σημ.: κάτοικοι τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας) προσφυγοποιήθηκαν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἄφιξης καὶ τῆς ἐγκατάστασης (στὴν ἑνιαία Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία) τῶν βαρβάρων. Πράγματι, μερικοὶ πρόσφυγες ἦταν οἱ ἴδιοι βάρβαροι, ὅπως […] οἱ Γότθοι ποὺ πέρασαν τὸν Δούναβη κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 340 ἐξαιτίας τῶν διώξεων ἐκ μέρους τῶν Βησιγότθων. Τὸ 376, ἀκολούθησε ἕνα πολὺ μεγαλύτερο κύμα Γότθων, ποὺ ἔφευγαν νὰ σωθοῦν ἀπὸ τοὺς Οὕνους. Αὐτὸ ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῶν λεγομένων βαρβαρικῶν εἰσβολῶν, ποὺ προκάλεσαν μεγάλη ἀναταραχὴ στοὺς ρωμαϊκοὺς πληθυσμοὺς στὰ ἑπόμενα χρόνια.


Ὁ ἱσπανὸς ρήτορας Ὀρόσιος συμβούλευε ὅσους ἐπηρεάζονταν (ἀπὸ τὶς εἰσβολές), «ὅταν διώκεστε σὲ μιὰ πόλη, φεύγετε σὲ ἄλλη». Πολλοὶ ἀκολούθησαν τὴ συμβουλή του. Ἡ φυγὴ τῶν ρωμαϊκῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, τὴν Ἰταλία, τὴν Ἀφρική (σημ.: τὴ Βορειοδυτική), τὴ Βρετανία, τὴν Ἰλλυρία κι ἀλλοῦ παρατηρεῖται κατὰ τὸν πρώιμο 5ο αἰ. Πολλοὶ (ρωμαῖοι) πρόσφυγες ἁπλὰ μετακινήθηκαν σὲ πιὸ ἀσφαλεῖς περιοχὲς τῆς ἴδιας ἐπαρχίας. Γιὰ παράδειγμα, κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 410, ἀρκετοὶ ἀριστοκράτες τῆς βόρειας καὶ κεντρικῆς Γαλατίας κατέφυγαν στὸ νησὶ τοῦ Ἁγίου Ὀνοράτου. Μερικοὶ ἐπέστρεψαν σύντομα ὅταν ἡ ἀπειλὴ ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν λιγότερο σοβαρὴ ἀπὸ ὅ,τι νόμιζαν.


Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 470, τέσσερις κληρικοὶ ὑφιστάμενοι τοῦ ἐπισκόπου Βερντὲν Πολυχρόνιου κατέφυγαν στὴ Σὰρτρ καὶ ἔγραψαν μὲ θλίψη ὅτι «Ὑποχρεωθήκαμε ἀπὸ σοβαρὴ ἀνάγκη νὰ ἀφήσουμε τὴν πατρίδα, καὶ ἡ ἀτυχία ποὺ σὲ ἔκανε ἐξόριστο ἀπὸ τὴ γῆ σου ὑποχρέωσε κι ἐμᾶς νὰ αὐτοεξοριστοῦμε». Στὴ Βόρειο Ἀφρική, μερικοὶ Ρωμαῖοι κατέφυγαν στὰ δυτικά, στὴ Νουμιδία καὶ τὴ Μαυριτανία.


Κάποιοι ἄλλοι πρόσφυγες πῆγαν ἀκόμη πιὸ μακριά. Ρουτίλιος Ναματιανὸς περιέγραψε τὸν Βικτωρίνο, κάτοικο τῆς Τουλούζης καὶ πρώην βικάριο τῆς Βρετανίας, ὡς «ἕναν περιπλανώμενο, ποὺ ὑποχρεώθηκε ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Τουλούζης νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Τοσκάνη…».


Ὁ Ἄβιτος τῆς Bracara Augusta (Braga – σημ.: Πορτογαλία) ἔγραψε γιὰ τὴν ἀδυναμία του νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα ἔπειτα ἀπὸ τὸ ταξίδι του στοὺς Ἁγίους Τόπους: «Ὅμως, ἡ ἐπιθυμία μου ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ ἐχθρὸ ὁ ὁποῖος ἔχει διασπαρεῖ σὲ ὅλη τὴν Ἱσπανία». Οἱ βορειοαφρικανικοὶ ρωμαϊκοὶ πληθυσμοὶ γλίτωσαν τὴ ἐπέλαση τῶν Βανδάλων μὲ τὸ νὰ διαφύγουν στὴν Ἰταλία καὶ τὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴ Συρία.


Μερικοὶ πρόσφυγες στάθηκαν ἱκανοὶ νὰ διατηρήσουν τὸ ἐπίπεδο ζωῆς τους καλύτερα ἀπὸ ἄλλους. Ἡ Πλακιδία, κόρη τοῦ δυτικοῦ αὐτοκράτορα Βαλεντιανοῦ Γ΄, αἰχμαλωτίστηκε κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Ρώμης ἀπὸ τοὺς Βανδάλους τὸ 455 καὶ ἀπήχθη στὴν Καρχηδόνα […]. Τελικά, ἀπελευθερώθηκε […]. Ἄλλοι ἀριστοκράτες ὡστόσο, δὲν ἦταν τόσο τυχεροί. Ὁ Ρουτίλιος Ναματιανὸς γράφει γιὰ τὸν Γαλάτη πρόσφυγα Prodatius «Ἀντάλλαξε τὴν πατρικὴ περιουσία του γιὰ μέτριες ἐκτάσεις γῆς στὴν Οὐμβρία (Ἰταλία) […] ἐπιτηρεῖ μικρὰ πράγματα ἀντὶ γιὰ μεγάλα


Ἡ πολιτικὴ ἀναστάτωση δημιούργησε περισσότερους δυστυχεῖς πρόσφυγες μεταξὺ τῶν λιγότερο προνομιούχων. Στὴ δεκαετία τοῦ 470, ἕνας διάκος ἐγκατέλειψε τὴν περιουσία του στὸ βασίλειο τῶν Βησιγότθων (σημ.: Ἱσπανία), ἔγινε πελεγρίνος (περιπλανώμενος), καὶ κατέφυγε στὴν Ὀσέρ (Βουργουνδία), «ἀποφεύγοντας τὸν ἀνεμοστρόβιλο τῆς γοτθικῆς λεηλασίας».


Λίγο μετά, ὁ Ρουρίκιος τῆς Λιμὸζ ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ἱερέα Possessor, ποὺ «προκειμένου νὰ μὴ χάσει τὴ ζωή του μὲ πολὺ σκληρὸ θάνατο, αὐτοεξορίστηκε ἀπὸ τὴν πατρίδα του».

Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτομα, ἐπιλογὴ μεταξὺ φυγῆς καὶ παραμονῆς θὰ ἦταν δύσκολη. Μερικοὶ ἀριστοκράτες ἁπλὰ ἔκαναν κακὲς ἐπιλογές. Ὁ Παυλίνος τῆς Πέλλας σκέφτηκε νὰ ἀφήσει τὴ Γαλατία γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τοὺς βάρβαρους «τῶν ὁποίων οἱ ἐπαναλαμβανόμενες ἐχθρικὲς πράξεις, τὶς ὁποῖες ὑπέφερα ἐνόσω καθυστεροῦσα, μὲ ἔπεισαν ὅτι πρέπει νὰ φύγω ἀπὸ τὴν πατρίδα μου ὅσο γρηγορότερα γίνεται». Ἀλλὰ τελικά, διάλεξε νὰ παραμείνει κατηγορώντας τὴ σύζυγό του γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ φύγει. Ὡς ἀποτέλεσμα, βίωσε ὅ,τι ἀποκαλεῖ «διαρκὴς ἐξορία φτώχειας». Ἡ κόρη του, ὡστόσο, ἦταν πιὸ ἀποφασιστική: «Φεύγοντας ἀπὸ τὴν πατρίδα της, ἀπέφυγε τὴν κοινὴ ἐρήμωση».


Κι ὅσο γιὰ τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο μερικοὶ δὲν τὸ ἔσκαζαν, ὁ Salvianus τῆς Μασσαλίας ἐξηγεῖ, «Πράγματι, μόνο νὰ θαυμάσω μπορῶ ὅτι ὅλοι οἱ ἐξαρτημένοι ἐκπτωχευμένοι δὲν φεύγουν ὅλοι μαζί, ἐκτὸς κι ἂν δὲν τὸ κάνουν ἐπειδὴ εἶναι ἀνήμποροι νὰ μεταφέρουν τὴν περιουσία τους καὶ τὰ μικρὰ ἐνδιαιτήματα καὶ τὶς οἰκογένειές τους». […]


Ἡ (ρωμαϊκή) νομοθεσία ὡστόσο, προσπαθοῦσε νὰ ἀνακουφίσει ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ εἶχε ἀναστατωθεῖ […] Οἱ βορειοαφρικανοὶ (ρωμαῖοι) πρόσφυγες ἔλαβαν ἀναστολὴ χρεῶν καὶ γαῖες στὴ Νουμιδία καὶ τὴ Μαυριτανία ὡς ἀποζημίωση γιὰ ὅσα ἔχασαν. Καὶ πρόσφυγες δικηγόροι ἀπέκτησαν εἰδικὴ ἄδεια ἐξάσκησης τοῦ ἐπαγγέλματός τους στὴν Ἰταλία. […]
 
Γιὰ ὅσους ἦταν ἀνίκανοι νὰ διαφύγουν φυσικὰ ἀπὸ τὶς περιοχὲς μὲ προβλήματα, ὑπῆρχε πάντα ἡ ἐναλλακτικὴ ἐπιλογὴ τοῦ νὰ γίνουν «μεταφορικὰ πρόσφυγες».


Τὸ βιβλίο στὸ ὁποῖο βρίσκεται τὸ παραπάνω ἄρθρο εἶναι τοῦ 1999. Κατοπινὲς ἀντίστοιχες προσπάθειες, ὅπως τὸ Oxford Dictionary of Late Antiquity (2018) δὲν περιέχουν λῆμμα γιὰ πρόσφυγες. Ἔχει βέβαια, τὸ τελευταῖο, τὸ λῆμμα Barbarian migrations (Peter Heather).