Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιουστινιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιουστινιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Δύο διάλογοι Βένετων – Πράσινων

Μονόγραμμα τῶν Πράσινων, πηγή: http://insaph.kcl.ac.uk/iaph2007/iAph040013.html

 

Ἀπὸ Κτίσεως Κόσμου 6024 (Ἰαν. 532), κατὰ τὴ γνωστὴ «Στάση τοῦ Νίκα»:

 

-Οἱ Πράσινοι: «Ἂν ἀφαιρεθεῖ τὸ χρῶμα, ἡ δικαιοσύνη ἐξαφανίζεται. Σταματῆστε τοὺς φόνους, καὶ ἀφῆστε μας νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν τιμωρία. […] Δικαιολογημένα ἕκτος φόνος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔγινε στὸ Ζεῦγμα. Τῇ πρωίᾳ ἐθεώρησεν (Κατὰ τὸ πρωῒ παρακολούθησε τὸν Ἱππόδρομο), καὶ τῇ δείλῃ ἐσφάγη, δέσποτα πάντων»

-Οἱ Βένετοι: «Τοὺς φονιάδες ὅλου τοῦ σταδίου, ἐσεῖς μόνοι ἔχετε».

-Οἱ Πράσινοι: «Ἐσεῖς σφάζετε καὶ φεύγετε».

-Οἱ Βένετοι: «Ἐσεῖς σκοτώνετε καὶ συνεχίζετε νὰ κάνετε βόλτες ἐλεύθερα. Τοὺς φονεῖς γὰρ τοῦ σταδίου ὑμεῖς μόνοι ἔχετε.»

 

 

Ἀπὸ Κτίσεως Κόσμου 6054 (Νοέμ. 561):

 

...ἐνῶ ἐγίνοντο ἀγῶνες στὸν Ἱππόδρομο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ βασιλιᾶ ξέσπασε ταραχὴ τῶν φατριῶν καὶ ἐπετέθησαν οἱ Πράσινοι κατὰ τῶν Βένετων […] Τότε οἱ Βένετοι εἰσέβαλαν στὸ σημεῖο τῶν θέσεων τῶν Πρασίνων φωνάζοντας: «ἅψον ὧδε, ἅψον ἐκεῖ· ὧδε Πράσινος οὐ φαίνεται» (Κάψτε ἐδῶ, κάψτε ἐκεῖ, Πράσινος δὲν φαίνεται). Σὲ ἀπάντησή τους οἱ Πράσινοι ἐφώναζαν: «αἴ, αἴ, ὅλοι, ὅλοι» (Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, ὅλοι, ὅλοι). Πῆγαν στὴ Μέση, στὶς γειτονιὲς τῶν Βενέτων καὶ ἐλιθοβολοῦσαν ὅσους εὕρισκαν φωνάζοντας: «Ἅψον, ἅψον· ὧδε Βένετος οὐ φαίνεται» (Ἀνάψτε φωτιά, ἀνάψτε φωτιά. Ἐδῶ Βένετος δὲν φαίνεται). Καὶ εἰσέβαλαν στὶς γειτονιὲς ξημερώματα Κυριακῆς καὶ ἅρπαζαν τὶς περιουσίες.

 

Ἀπόδοση Ἀνανίας Κουστένης

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Θεοδώρα, Προκόπιος, Μαλάλας

 

Θεοδώρα (πηγή wikimedia commons Theodora (wife of Justinian I)


«...Ἐπιδιδόταν σ’ ἕνα εἶδος ἀσέλγειας ἀνδρικοῦ τύπου μὲ κάτι πανάθλιους τύπους καὶ μάλιστα δούλους ποὺ ἀκολουθοῦσαν τοὺς ἀφέντες τους στὸ θέατρο κι ἔβρισκαν περιστασιακὰ τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουν τὴν όλέθρια αὐτὴ πράξη· ἀλλὰ καὶ στὸ μπορντέλο καταγινόταν ἀρκετὲς ὧρες μ’ αὐτὴν τὴν παρὰ φύσιν σωματικὴ ἐργασία. Ὅταν ὅμως ἔγινε γυναίκα καὶ ὡρίμασε ἐπιτέλους, ἄρχισε ν’ ἀπασχολεῖται στὸ θέατρο κι ἀμέσως ἔγινε τὸ εἶδος τῆς πόρνης ποὺ οἱ παλιοὶ τὶς ἔλεγαν παρακατιανές […] Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν τελείως ξετσίπωτη … καὶ ἦταν τέτοιος τύπος πού, ὅταν ἔτρωγε χαστούκια καὶ κατακεφαλιές, χαριεντιζόταν κι ἔσκαζε στὰ γέλια καί, βγάζοντας τὰ ροῦχα της, τὰ ἔδειχνε ὅλα θεόγυμνα στὸν πρῶτο τυχόντα […] τοὺς ἐρέθιζε ὅλους, ἀκόμα καὶ τ’ ἀμούστακα παιδιά, λέγοντας πρόστυχα ἀστεῖα καὶ κουνώντας πρόστυχα τὸν πισινό της […] Συχνὰ πήγαινε σὲ συμπόσια μαζὶ μὲ δέκα ἢ καὶ περισσότερους νεαρούς, ὅλους ἐξαιρετικὰ γεροδεμένους…καὶ ἐπιδιδόταν σὲ ὁλονύχτια ὄργια μὲ ὅλους μαζὶ τοὺς συνδαιτυμόνες […] Κι ἐνῶ δούλευε καὶ μὲ τὶς τρεῖς τρύπες μαζί, κατηγοροῦσε τὴ φύση ποὺ δὲν τῆς εἶχε κάμει πιὸ φαρδιὲς καὶ τὶς τρύπες τῶν μαστῶν της. […] (στὸ θέατρο) Μερικοὶ θῆτες τῆς ἔριχναν πάνω στὸ αἰδοῖο της κριθάρι, ποὺ τὸ ἔπιαναν σπυρὶ σπυρὶ καὶ τὸ ἔτρωγαν χῆνες γυμνασμένες ἐπὶ τούτῳ. Ἐκείνη ὄχι μόνο σηκωνόταν χωρὶς νὰ κοκκινίζει, ἀλλὰ καὶ φαινόταν νὰ περηφανεύεται γι’ αὐτὴν τὴν παράσταση. […] Φαινόταν ὅτι δὲν ἔχει τὸ αἰδοῖο της στὴ φυσική του θέση ὅπως οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἀλλὰ ὅτι τό ‘χει στὸ κούτελο. […] Ὅσο γιὰ τὴ σχέση της μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες τοῦ θεάτρου συνήθιζε νὰ τοὺς ἐπιτίθεται ὅλη τὴν ὥρα μὲ φοβερὴ ἀγριότητα σὰν σκορπιός, γιατὶ τὴν κυριαρχοῦσε μεγάλος φθόνος».

 

Προκόπιος, Ἀνέκδοτα ἢ Ἀπόκρυφη Ἱστορία, σσ. 71-74 (Μετάφραση Ἀλόη Σιδέρη)

 

Αὐτοὶ ποὺ εἶναι γνωστοὶ ὡς πορνοβοσκοὶ συνήθιζαν νὰ περιφέρονται ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ νὰ ψάχνουν γιὰ φτωχοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν θυγατέρες. Δίνοντας σὲ αὐτοὺς ὅρκους καὶ ὀλίγα νομίσματα, ἔπαιρναν τὰ κορίτσια σὰν μὲ συμβόλαιο. Αὐτὰ τὰ ἔκαναν πόρνες, φορώντας τες τὰ ροῦχα τῆς πόρνης καί, λαμβάνοντας ἀπὸ αὐτὲς τὸν θλιβερὸ μισθὸ γιὰ τὸ κορμί τους, τὶς ἐξανάγκαζαν στὴν πορνεία. Ἡ Θεοδώρα διέταξε νὰ συλληφθοῦν αὐτοὶ οἱ προαγωγοὶ ἀμέσως. Ὅταν τοὺς ἔφεραν μαζὶ μὲ τὶς κοπέλες, διέταξε καθέναν τους νὰ πεῖ μὲ ὅρκο πόσο εἶχαν πληρώσει τοὺς γονεῖς τῶν κοριτσιῶν. Αὐτοὶ ἀπάντησαν ὅτι εἶχαν δώσει πέντε νομίσματα σὲ κάθε γονιό. Ὅταν ἔδωσαν ἐνόρκως τὴν πληροφορία αὐτή, ἡ εὐσεβὴς αὐτοκράτειρα τοὺς ἐπέστρεψε τὸ ποσό καὶ ἀπελευθέρωσε τὶς κοπέλες ἀπὸ τὸ ζυγὸ τῆς δυστυχοῦς δουλείας τους, διατάσσοντας τοὺς πορνοβοσκοὺς στὸ ἑξῆς νὰ πάψουν νὰ ἐξασκοῦν αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἔδωσε στὶς κοπέλες ροῦχα καὶ τὶς ἄφησε ἐλεύθερες δίνοντας σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ ἕνα νόμισμα»

Ἰωάννης Μαλάλας, ἔκδ. I. Thurn, Ioannis Malalae Chronographia [CFHB 35], Berlin – New York 2000, 368.34-48 (18.24).

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ἡ πανώλη του Ἰουστινιανοῦ


The Justinianic Plague: An Inconsequential Pandemic?

Conclusion

The consensus maximalist position asserts that the JP reduced the population of the late antique Mediterranean and Europe by more than a third, killing tens of millions and ending antiquity. Such extraordinary claims demand extraordinary evidence. We find little evidential support for the claim that the JP was a watershed event. In this paper, we have introduced recent evidence and contextualized old evidence relevant to the discussion of the first recorded plague pandemic. We have built upon work in distinct but complementary fields of study, integrating multiple independent high-resolution lines of data: Papyri, inscriptions, and coins, alongside more comprehensive surveys of lower-resolution data, such as pollen and burials. We also critically assessed late antique Y. pestis finds.

Our survey of this evidence reveals that a massive plague mortality is all but invisible in contemporary quantitative datasets. We contend that this is sufficient evidence to reject the current scientific and humanistic consensus of the JP as a major driver of demographic change in the 6th century Mediterranean region.

Although precise estimates are beyond the currently available evidence, the multiple quantitative and qualitative datasets collected here indicate no plague-related empire-wide demographic contraction. We have no more basis for the current maximalist estimate of a 50% demographic loss than we would have for a minimalist estimate of 0.1%. Late antique plague mortality was spatially uneven, as plague ecology and epidemiology dictates. Some regions may have suffered higher mortality at certain times—such as Constantinople during the first outbreak—but it cannot be assumed all did. On the basis of the available data, sudden and dramatic population loss was almost certainly the exception, not the rule. All high-resolution and most low-resolution quantitative measures the authors know of show no observable effect of plague on late antique demographics.

We suggest that further research should analyze plague events at the local level in regions endowed with multiple lines of evidence instead of constructing grand narratives of “Roman decline” and demographic collapse. For each site, the available direct and indirect evidence for plague should be employed to understand if and how disease transformed local communities. Such microstudies would serve as a foundation for a more nuanced interpretation of late antique plague.

Based on the evidence presented above, we believe that the JP and the so-called “First Pandemic” bear comparatively little resemblance to the Second Pandemic and the Black Death, which significantly affected the demography, economy, and landscape of western Eurasia and North Africa (7577). In light of the paucity of supporting evidence, the “First Pandemic” label is problematic. More broadly, the scholarly treatment of the JP demonstrates the dangers of uncritical multidisciplinarity (78). Although interdisciplinary approaches to the study of the past frequently advance research, they can also inadvertently employ circular reasoning to produce and reinforce erroneous narratives that are often difficult to detect.