Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Βαίτυλοι

Στὴν Ἔμεσα τῆς Συρίας (σημερινὴ Homs)

...ὑπῆρχε ἕνας μεγάλος ναός, διακοσμημένος μὲ πολὺ χρυσάφι, ἀσήμι καὶ πανάκριβους πολύτιμους λίθους [...] Ἄγαλμα φτιαγμένο ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου, σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν οἱ Ἕλληνες ἢ οἱ Ρωμαῖοι, ποὺ νὰ ἀναπαριστᾶ τὴ μορφὴ τοῦ θεοῦ δὲν ὑπῆρχε κανένα, ὑπῆρχε μόνο ἕνας τεράστιος μαῦρος λίθος, σὲ σχῆμα κώνου, σφαιρικὸς στὴ βάση του καὶ μυτερὸς στὴν κορυφή του. Κατὰ τὴν παράδοση, ὁ λίθος αὐτὸς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ πάνω του δείχνουν κάποιες μικρὲς προεξοχὲς καὶ κάτι σημάδια στὰ ὁποῖα θέλουν νὰ ἀναγνωρίζουν μιὰν ἀνεπεξέργαστη εἰκόνα τοῦ ἥλιου, ἀφοῦ ἔτσι εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὰ βλέπουν. Αὐτοῦ τοῦ θεοῦ ἱερέας ἦταν ὁ Βασιανός.

Ἡρωδιανός, Τῆς μετὰ Μάρκον βασιλείας ἱστορίας 5.3.4-5.


Ποιὸς ἦταν ὁ Βασιανός; Ἦταν ὁ μετέπειτα Ρωμαῖος αὐτοκράτορας γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἡλιογάβαλος. Καὶ πῶς ἔμοιαζε ὁ θεὸς Ἡλιογάβαλος; Κάπως ἔτσι (πηγὴ wikipedia), μέσα στὸ ναό του:

 

Τέτοια ἀγάλματα θεῶν ἦταν οἱ βαίτυλοι, κύβοι ἢ ἀκατέργαστες πέτρες (συνήθως, ἀπομεινάρια μετεωριτῶν). Οἱ ἀρχαῖοι Ἄραβες πάντοτε λάτρευαν τέτοιες πέτρες-θεότητες, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Ναβαταῖοι. Ἕνας βαίτυλος ἀπὸ τὴν Πέτρα τῆς Ἰορδανίας:


Ἀλλὰ δὲν ἦταν μόνο οἱ Ἄραβες καὶ οἱ Συροφοίνικες. Στὴν Ἑλλάδα τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα, ὁ Παυσανίας ἀρκετὲς φορὲς κάνει λόγο γιὰ ἀκατέργαστες πέτρες ποὺ θεωροῦνταν θεοί, ὅπως ὁ Ἡρακλῆς, ὁ Ἔρωτας, ὁ Ἀπόλλων κ.ἄ. Ἄλλωστε, στοὺς Δελφοὺς βρισκόταν (Φωκικά, 24.6) ἡ πέτρα ποὺ ξέρασε ὁ Κρόνος καὶ τὴν εἶχε καταπιεῖ νομίζοντας ὅτι εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά του. Κάθε μέρα τὴν ἄλειφαν μὲ ἐλαιόλαδο.

Στὴν Ὕηττο ὑπάρχει ναὸς τοῦ Ἡρακλῆ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἄρρωστοι εἶναι δυνατὸν νὰ βροῦν γιατρειά. Ἡ λατρευτική του εἰκόνα δὲν εἶναι ἄγαλμα καλλιτεχνικό, ἀλλὰ λίθος ἀργός, ὅπως συνηθίζονταν τὸν παλιὸ καιρό.

Βοιωτικά, 24.3.


Οἱ Θεσπιεῖς τιμοῦν ἀνέκαθεν πιὸ πολὺ ἀπ' ὅλους τοὺς θεοὺς τὸν Ἔρωτα καὶ ἔχουν ἄγαλμά του παλαιότατο, ἕναν ἀλάξευτο λίθο.

Βοιωτικά, 27.1.


Τιμοῦν ἰδιαίτερα τοὺς λίθους οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν παράδοση, εἶχαν πέσει ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Βοιωτικά, 38.1-2.


Ἀπὸ τοὺς θεοὺς οἱ Χαιρωνεῖς τιμοῦν ἰδιαίτερα τὸ σκῆπτρο ποὺ κατὰ τὸν Ὅμηρο ἔκανε ὁ Ἥφαιστος γιὰ τὸ Δία. Αὐτὸ τὸ σκῆπτρο τὸ λατρεύουν ὀνομάζοντάς το δόρυ. Λένε πὼς βρέθηκε στὰ σύνορα τῆς Χαιρώνειας. Ναὸ δὲν ἔχει χτίσει ἡ πόλη γιὰ τὸ σκῆπτρο, ἀλλὰ κάθε χρόνο ὁ ἱερέας τὸ κρατᾶ μέσα σὲ κάποιο κτίσμα. Θυσίες γίνονται κάθε μέρα.

Βοιωτικά, 40.11-12.


Μέσα στὸ παλαιὸ γυμνάσιο, κοντὰ στὶς πύλες ποὺ λέγονται Νυμφάδες, ὑπάρχει λίθος σὲ σχῆμα πυραμίδας, ὄχι μεγάλης. Τὸν λίθο αὐτὸν τὸν ὀνομάζουν Ἀπόλλωνα καρινόν.

Ἀττικά, 44.2.

 

Στὶς Φάρες, πολὺ κοντὰ στὸ ἄγαλμα εἶναι στημένοι λίθοι τετράγωνοι, περὶ τοὺς τριάντα, ποὺ οἱ Φαρεῖς τοὺς λατρεύουν δίνοντας σὲ καθένα τὸ ὄνομα κάποιου θεοῦ. Στὰ παλιότερα χρόνια ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀπέδιδαν θεϊκὲς τιμὲς σὲ ἀλάξευτους λίθους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴ θέση τῶν ἀγαλμάτων.

Ἀχαϊκά, 22.4

 

Ἀπὸ τὸ Γύθειο ἀπέχει τρία περίπου στάδια ἕνας ἄμορφος λίθος, πάνω στὸν ὁποῖο λένε πὼς κάθισε ὁ Ὀρέστης καὶ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὴ μανία. Γι' αὐτὸ ὁ λίθος ὀνομάστηκε Ζεῦς καππώτας στὴ δωρικὴ διάλεκτο.

Λακωνικά, 22.1.

(Μετάφραση Ν. Παπαχατζῆς).

 

Ἕνας ἄλλος βαίτυλος, ποὺ ἀπεικονίζει τὴ θεὰ Ἀφροδίτη, ἀπὸ τὴν Παλαιοπάφο τῆς Κύπρου (πηγὴ wikipedia):

 

Γιὰ τὴν Ἀφροδίτη αὐτὴν κάνει λόγο ὁ Τάκιτος στὶς Ἱστορίες του (2.3). Κατὰ τὸν Παυσανία (Ἀττικά, 14.7), ἡ Ἀφροδίτη τῆς Κύπρου προῆλθε ἀπὸ τοὺς Φοίνικες.


Ἀλλὰ πῶς λάτρευε τὸν βαίτυλο ὁ Ἡλιογάβαλος;

Ἐμφανιζόταν μὲ βαρβαρικὴ ἐνδυμασία: φοροῦσε χρυσοπόρφυρους χιτῶνες, ποὺ ἔφταναν χαμηλὰ ἴσαμε τὰ πόδια κάτω καὶ εἶχαν μακριὰ μανίκια. Τὰ πόδια του, ἀπὸ τὴ μέση μέχρι κάτω τὰ νύχια, ἦταν μὲ ὅμοιο τρόπο σκεπασμένα ὁλόκληρα μὲ χρυσοπόρφυρα ἐνδύματα. Στὸ κεφάλι του φοροῦσε στέμμα ἀπὸ πολύτιμους λίθους ποὺ ἀστραποβολοῦσαν διάφορα χρώματα. [...] ...χορεύοντας κατὰ τὸν βαρβαρικὸ τρόπο, στοὺς ἥχους τοῦ αὐλοῦ, τῆς φλογέρας καὶ κάθε λογῆς ὀργάνου...

Ὅταν ἔγινε αὐτοκράτορας καὶ πῆγε στὴ Ρώμη, φυσικὰ θέλησε νὰ ἐπιβάλει τὴ λατρεία του ὡς ἀνώτερη. Γράφει ὁ Ἡρωδιανός:

Διέταξε ὅλους τοὺς ἄρχοντες τῶν Ρωμαίων καὶ ὅποιον τελοῦσε δημόσιες θυσίες νὰ ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ νέου θεοῦ Ἑλεγάβαλου πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεούς. [...] Ἔχτισε πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ ἕναν τεράστιο καὶ ὡραιότατο ναό, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔστησε πολλοὺς βωμούς. Καθημερινὰ ἔβγαινε ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωὶ καὶ ἔσφαζε ἀμέτρητους ταύρους καὶ πολλὰ πρόβατα, ποὺ τὰ ἀπέθετε στοὺς βωμοὺς καὶ ἀπὸ πάνω τους σκόρπιζε ὅλων τῶν λογιῶν τ' ἀρώματα. Μπροστὰ στοὺς βωμοὺς ἔχυναν πολλοὺς ἀμφορεῖς παλαιὸ καὶ ἐκλεκτὸ κράσί, ἔτσι ποὺ στὰ ρεῖθρα κυλοῦσε κρασὶ καὶ αἷμα ἀνάκατο. Κοντὰ στοὺς βωμούς, αὐτὸς μαζὶ μὲ γυναῖκες ἀπὸ τὴ Φοινίκη χόρευαν στοὺς ἤχους διαφόρων ὀργάνων, κάνοντας κύκλους γύρω ἀπὸ τοὺς βωμοὺς κρατώντας κύμβαλα καὶ τύμπανα. Ὁλόγυρα στέκονταν ὅλοι συγκλητικοὶ καὶ ἡ ἱππικὴ τάξη σὰν νὰ κάθονταν σὲ θέατρο. Τὰ σπλάχνα τῶν σφαγίων καὶ τὰ ἀρώματα τοποθετημένα σὲ χρυσὰ σκεύη τὰ μετέφεραν κρατώντας τα πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους ὄχι ὑπηρέτες ἢ τίποτε ἄσημοι ἄνθρωποι ἀλλὰ οἱ διοικητὲς τῶν στρατοπέδων καὶ ὑψηλοὶ ἀξιωματοῦχοι, ποὺ φοροῦσαν μακριοὺς χιτῶνες μὲ μανίκια καὶ μιὰ πορφυρὴ οὔγια στὴ μέση, κατὰ τὴ φοινικικὴ μόδα. Φοροῦσαν παπούτσια λινά, σὰν κι αὐτὰ ποὺ φοροῦν οἱ ἑρμηνευτὲς τῶν χρησμῶν στὴ Φοινίκη. [...] Τὸ ἄγαλμα τῆς Παλλάδας, ποὺ οἱ Ρωμαῖοι τὸ σέβονται καὶ τὸ κρατοῦν κρυφὸ χωρὶς νὰ τὸ βλέπει κανείς, τὸ μετέφερε στὸ δωμάτιό του. [...] Ὕστερα ὅμως εἶπε ὅτι τοῦ θεοῦ δὲν τοῦ ἄρεσε μιὰ τέτοια πολεμικὴ θεὰ ποὺ εἶναι συνέχεια ὁπλισμένη, καὶ ζήτησε νὰ μεταφέρουν ἐκεῖ τὸ ἄγαλμα τῆς Οὐρανίας -ποὺ λατρεύεται ξεχωριστὰ ἀπὸ τοὺς Καρχηδόνιους καὶ τοὺς λαοὺς τῆς Λιβύης.

Οἱ Καρχηδόνιοι, ὡς γνωστόν, ἦταν κι αὐτοὶ Φοίνικες.


Τρίτη 25 Μαΐου 2021

Βιβλία στὴν πυρά

 

Βλ. J. Hahn, Public Rituals of Depaganization in Late Antiquity, στό: A. Busine (ἐκδ.), Religious Practices and Christianization of the Late Antique City (4th - 7th cent.), Leiden 2015, σ. 133:

In Rome, such a procedure may have been applied for the first time in 181 BC when the senate ordered the burning of several newly discovered religious books, supposed to be writings of legendary king Numa, because they threatened to “dissolve religion”. Various other instances of public bookburning are on record in Republican and Imperial times. In all cases the public rite of burning was made a spectacle and represented a ritual at a chosen public place, sometimes underlined as a religious one by the use of ritually significant material for the pyre like fig wood, or the participation of sacrificial attendants to kindle it. The destruction of divinatory and astrological writings or magical handbooks of various sorts clearly required such distinctive ritual treatment in order to give a forceful public statement of power by the perpetrators, state officials, and to prove the powerlessness of the beliefs, prophesies, incantations and charms that were being burnt. Later, Diocletian proscribed Manichaean books as a threat to society and the same happened to Christian books after the edict which started the Great Persecution.

This well established tradition was kept up by Constantine. But his first documented measures now enforced decisions of church councils. Following the renewed condemnation of the Montanist and Gnostic sects by the council of Nicaea, he suppressed their assemblies and ordered that their books should be hunted out. The wording of his rescript commanding to search for and burn the books by the pagan Porphyry and Christian Arius has survived. However, most imperial initiatives against dangerous books after Constantine apply to magical works. More remarkable is that the initiative to search for ‘heretical’ as well as magical books passes over to the Christian ecclesiastical hierachy. And it is they who most often stage the books’ public burning..